«ΜÝσα σε τüση κοσμοσυρροÞ, στα σοβαρÜ πιστεýεις πως θα βροýμε μÝρος της προκοπÞς για να φÜμε;»
«ΑκολουθÞστε με και δεν θα χÜσετε.»
Η αξιολÜτρευτη ξεναγüς μας, μια νÝα Ελληνßδα που Ýχει σπουδÜσει λογοτεχνßα και ιστορßα της τÝχνης και Ýχει καταφÝρει να διεισδýσει στο Üβατο της ιταλικÞς κÜστας του επαγγÝλματος, δεßχνει απüλυτα βÝβαιη για τον δρüμο που Ýχει πÜρει. Και, ανασηκþνοντας πüτε-πüτε το χÝρι της (απü τη συνÞθεια των ξεναγþν που δεν θα Þθελαν να χÜσουν το τουριστικü κοπÜδι τους), μας κατευθýνει με αποφασιστικüτητα.
Διασχßζουμε με απßστευτη δυσκολßα την πλατεßα του καθεδρικοý ναοý (Piazza del Duomo, στη γλþσσα των ντüπιων), Ýχοντας αφÞσει πßσω μας τον ποταμü ¢ρνο με την παλιÜ του γÝφυρα (Ponte Vecchio λÝγεται τοýτη) και την Üλλη πλατεßα που βουλιÜζει απü τα στßφη των περιηγητþν (Piazza della Signoria και Üντε να το αποδþσεις στα ελληνικÜ, λÝγοντας κÜτι σαν Πλατεßα των… ΑφεντÜδων Þ του Διοικητηρßου για να Ýχεις το κεφÜλι σου Þσυχο) και εισχωροýμε στα δρομÜκια των φωνακλÜδων μικροπωλητþν με τις λογÞς-λογÞς πραμÜτειες τους.
ΑριστερÜ μας στÝκει απÝριττος, με την πρüσοψÞ του αδιακüσμητη, ο ναüς του Αγßου Λαυρεντßου (San Lorenzo) τον οποßο σνομπÜρουμε λüγω της πεßνας, κι ας Ýχει ιδιαßτερο ενδιαφÝρον στο εσωτερικü του. Λßγα βÞματα ακüμη και φτÜνουμε στην κεντρικÞ αγορÜ.

«¼χι εκεß, δεν εßναι þρα για φροýτα και λαχανικÜ. Οýτε για κρÝας ωμü. Προηγεßται το μαγειρεμÝνο φαγητü της ΖÜ-ΖÜ,» ακοýγεται πÜλι η κελαρυστÞ φωνÞ.
Υπακοýς και στρÝφεις το βλÝμμα προς τον χþρο της επαγγελßας. Τüσο ανÜμεσα στα τραπεζÜκια που εßναι απλωμÝνα στην πλατεßα üσο και γýρω απü εκεßνα στο εσωτερικü του μαγαζιοý, περιφÝρονται ζουζουνßζοντας καλλßγραμμες υπÜρξεις που το παßζουν σερβιτüρες. Διþχνεις τις üποιες κακÝς σκÝψεις, καθþς δεν εßσαι μüνος (μα και να Þσουν, καλýτερα να το ξεχνοýσες, αφοý οι κοπελιÝς σοý υπογραμμßζουν με το ýφος τους τη σοβαρüτητα της δουλειÜς τους), κÜθεσαι στο Ýξω τραπÝζι που σου υποδεικνýουν και αρχßζεις τη μελÝτη του καταλüγου. ΓρÞγορα, üμως, μετακινεßσαι προς το εσωτερικü. Ο διÜλογος των διπλανþν εßναι απüλυτα κατανοητüς και καταλυτικüς, με αποκορýφωμα τη φρÜση: «¢σε μας, ρε Διονýση, που εßσαι μüνο πενÞντα! ΣιγÜ μη δεν Ýχεις πÜει στρατü ακüμα!» (Ας σημειωθεß üτι το ρÞμα που χρησιμοποιÞθηκε στην… προστακτικÞ του δεν εßναι ακριβþς το ßδιο που εκστüμισε η διαφωνοýσα με τον ισχυρισμü του Διονýση κυρßα. Και σε þρα γεýματος, μÜλιστα!)
«Ας πÜμε μÝσα. ºσως εκεß να αισθανθοýμε λιγüτερο την ταξιδεýουσα πατρßδα μας.»
Η κßνηση αποδεικνýεται ιδιαßτερα επιτυχημÝνη. ¼χι γιατß σταμÜτησε η ηχητικÞ üχληση, αλλÜ γιατß μας δüθηκε η ευκαιρßα να απολαýσουμε τον χþρο. Απλüς, απλοýστατος, μα γοητευτικüς. Οι τοßχοι απü κüκκινο τοýβλο μüλις που διακρßνονται, καλυμμÝνοι σχεδüν παντοý απü δεκÜδες φωτογραφßες με τους κατÜ καιροýς θαμþνες του εστιατορßου. Και ψηλÜ, εκεß που δεν φτÜνει εýκολα το μÜτι για να ξεχωρßσει τους διÜσημους και του Üσημους, κεßτονται αμÝτρητες φιÜλες με το χαρακτηριστικü σχÞμα των κρασιþν Chianti.
Το μπαρ, υπερπλÞρες απü ποτÞρια, μπουκÜλια, πιατÜκια για ορεκτικÜ, μαχαßρια για την κατÜλληλη προετοιμασßα των ορεκτικþν. Οι σερβιτüροι (α, ναι, υπÜρχουν και αρσενικοß στο μαγαζß) σκοτþνονται να εξυπηρετÞσουν με τις αχνιστÝς μακαρονÜδες, τις ξεροψημÝνες πßτσες και τα λοιπÜ εδÝσματα. Και, παρÜ την τρεχÜλα τους, δεßχνουν üτι διατηροýν Üριστη σχÝση με το σαποýνι. Ιδßως üταν στÝκονται δßπλα στον πελÜτη και του εξηγοýν χαμογελαστοß πως δεν Ýχει καμιÜ υποχρÝωση να παραγγεßλει πλÞρες γεýμα, με πρþτο, δεýτερο και τρßτο πιÜτο.
«Το κατÜστημÜ μας εßναι φτιαγμÝνο για üλα τα γοýστα,» επισημαßνει ο δικüς μας. «Για üλους: για δικηγüρους και γιατροýς, υπαλλÞλους και εργÜτες, για πλοýσιους και φτωχοýς. Μπορεß κανεßς να διαλÝξει κÜτι απü κÜθε μια απü τις κατηγορßες του μενοý, αλλÜ μπορεß και να φÜει μια μακαρονÜδα, μια σαλÜτα και τÝρμα.»
«Και οι þρες λειτουργßας;»
«Απü τις Ýντεκα το πρωß μÝχρι τις Ýντεκα το βρÜδυ. ΑσταμÜτητα.»
Δεν εßχαμε λüγο να απομακρυνθοýμε απü την εισÞγησÞ του. Κατüπιν αυτοý, αρκεστÞκαμε σε ταλιατÝλες με μανιτÜρια και σε σπαγγÝτι καρμπονÜρα. ¸λα, üμως, που η üλη ατμüσφαιρα συνδυασμÝνη με τα üσα εßπε ο σερβιτüρος κßνησε την περιÝργεια του εξ ημþν ερασιτÝχνη ρεπüρτερ! Με δεδομÝνο επιπλÝον üτι το περιοδικü περιμÝνει ýλη απü το εξωτερικü! Οπüτε, εκλÞθη για συνÝντευξη ο ιδιοκτÞτης.

«Απü πüτε υπÜρχει εδþ το μαγαζß σας;»
«Εδþ και διακüσια χρüνια!» πυροβολεß ανενδοßαστα ο Stefano Bondi. Και συνεχßζει σε ρυθμü πολυβüλου, για να μη σε αφÞσει να ανασÜνεις, χωρßς οýτε στιγμÞ να χÜνει απü τα μÜτια του το σýρε κι Ýλα των σερβιτüρων. «Απü γενιÜ σε γενιÜ μεταφÝρεται και παραμÝνει εστιατüριο. Εγþ το παρÝλαβα το 1993. ΑρχικÜ εßχε τÝσσερα τραπÝζια. Το πÞγα απü επÝκταση σε επÝκταση. Στο πλαßσιο πÜντοτε του ßδιου κτηρßου, του Palazzo della Stufa. ¢ντζελο, τον λογαριασμü στο εßκοσι. ¸χουν Ýρθει εδþ… Προσωπικüτητες να δουν τα μÜτια σας! Η βασßλισσα ΠÜολα του Βελγßου, ο ΧουÜν ΚÜρλος της Ισπανßας… Μαρßα, πες στον μÜγειρα πως η καρμπονÜρα του σÞμερα εßναι εξαιρετικÞ. ¸χουν Ýρθει και πÝντε Αφρικανοß βασιλιÜδες!»
Δεν μÝνει καιρüς για την επß τüπου αναζÞτηση αφρικανικþν κρατþν που ακüμη κυβερνþνται απü βασιλικοýς οßκους. Αργüτερα δημιουργεßται η αμφιβολßα για τον αριθμü πÝντε. ΤÝλος πÜντων. Ο Stefano προχωρεß.
«¸χω εξÞντα Üτομα προσωπικü. Οκτþ μÜγειρες. Για να δουλεýει το μαγαζß επß δωδεκÜωρο, καταλαβαßνετε. Και τις ΚυριακÝς ανοιχτοß εßμαστε. Το κρασß και το λÜδι τα αγορÜζω απευθεßας απü τους παραγωγοýς της περιοχÞς. Απü ορισμÝνους παßρνω σταθερÜ ολüκληρη τη σοδειÜ. Και εμφιαλþνω δικÝς μου ποικιλßες. Αυτü εδþ, το Rosso della Toscana, του 2006 με αλκοüλ 12%, το πουλÜω € 11 και το Üλλο, το Chianti Classico, της ßδιας χρονιÜς με 13%, το δßνω στα € 18. Σπουδαßα κρασιÜ.»
ΠιÜνει το βλÝμμα της ξεναγοý μας που Ýχει ταξιδÝψει προς τα επÜνω και λýνει την ενδεχüμενη απορßα της.
«Τα περισσüτερα απ’ αυτÜ τα αφÞνω για διακüσμηση. ¸χουν χαλÜσει πια απü τις αλλαγÝς της θερμοκρασßας. Διατηρþ, üμως, δυο μπουκÜλια παλιÜ, απü την εποχÞ των Ναζß. Οι αχρεßοι τα Ýπιναν σαν νερü. ΣÞμερα θα τα κοστολογοýσα προς € 20.000. ΘÝλετε να ανοßξουμε Ýνα;»
Το γÝλιο του απü τη χιουμοριστικÞ ερþτηση επιτρÝπει επιτÝλους μια παρÝμβαση.
«Το üνομα του μαγαζιοý, Ýχει κÜποια σημασßα; ¸χει ßσως φÜει εδþ η περßφημη ΖÜ-ΖÜ Γκαμπüρ;»
«Ε; ¼χι, καθüλου. ΤζÜ-ΤζÜ, Ýτσι προφÝρεται στα ιταλικÜ (üχι ΖÜ-ΖÜ Þ ΤσÜ-ΤσÜ), πÜει να πÜει γρÞγορος. Στα φιορεντßνικα. Απü μικρüς Þμουν πολý σβÝλτος κι Ýτσι μου κüλλησαν το παρατσοýκλι.»
Η σκÝψη üτι μÜλλον εßχαν δßκιο μοιÜζει ανÜρμοστο να διατυπωθεß φωναχτÜ.
«ΠρÝπει τþρα να σας αφÞσω. Η κßνηση δεν μου επιτρÝπει περαιτÝρω απουσßα απü τη θÝση μου. Ευτυχþς, πρüλαβα να καταπιþ την καρμπονÜρα. Την Ýχει πετýχει απüλυτα σÞμερα. Μην ξεχÜσετε να πÜρετε τη διεýθυνσÞ μου και να μου στεßλετε το κεßμενο που θα γρÜψετε. Δεν πειρÜζει που δεν ξÝρω ελληνικÜ. Και σας κερνÜω Ýνα τιραμισοý.»

Φεýγει φουριüζος (κρßμα την αχþνευτη καρμπονÜρα, η οποßα Þταν üντως υπÝροχη, üπως και οι ταλιατÝλες και το τιραμισοý) και επιστρÝφει στα καθÞκοντÜ του. Εμεßς συνεχßζουμε και καταλÞγουμε στο συμπÝρασμα πως η ΖÜ-ΖÜ, συγνþμη η ΤζÜ-ΤζÜ, αξßζει τη διαφÞμιση για üποιον επισκÝπτεται την πρωτεýουσα της ΤοσκÜνης. Και δεν εßναι ακριβÞ: τα μακαρüνια κυμαßνονται γýρω στα € 9 και τα κρεατικÜ γýρω στα € 17.
ΑλλÜ, εδþ που τα λÝμε, εßναι Þδη γνωστÞ στο ελληνικü κοινü, απ’ ü,τι φÜνηκε στην αρχÞ της επßσκεψÞς μας.
,
Piazza del Mercato Centrale, 26r
Tel +39 055 215411
info@trattoriazaza.it
www.trattoriazaza.it |