¢ρθρα\Περß οßνου και εδεσμÜτων
 

Η ΕυρωπαúκÞ ¸νωση στα Μεσüγεια

 

«Λοιπüν, βαρÝθηκα να βλÝπω üλες αυτÝς τις πινακßδες που φυτρþνουν στην ΑττικÞ και διαφημßζουν τα διÜφορα κτÞματα!»
«Γιατß, αγÜπη μου; Δεν εßναι üμορφο να προβÜλλεται η αμπελουργικÞ παραγωγÞ μας;»
Σþπασα, βÜζοντας προσωρινÜ φρÝνο στη μουρμοýρα, κι αποφÜσισα να συμμορφωθþ προς τη συμβουλÞ της συντρüφου μου. Το üχημα κινοýνταν επÜνω στο οδüστρωμα της ΑττικÞς Οδοý και κατευθυνüταν προς το Λαýριο. ΚÜπου κοντÜ στην ΚερατÝα, Ýκλινε προς τα αριστερÜ υπακοýοντας στο σÞμα που Ýδειχνε «ΚακιÜ ΘÜλασσα» και «Δασκαλειü». ΚÜλυψε περßπου δυο χιλιüμετρα και ανÝκοψε ταχýτητα. Μια πινακßδα απλÞ («κακüτεχνη» θα την ονüμαζαν αργüτερα οι ιδιοκτÞτες) μας παρακινοýσε να επισκεφθοýμε το κτÞμα «Βιτüρα». Μια δεýτερη μας υποδεßκνυε την ακριβÞ τοποθεσßα και, μερικÜ μÝτρα πιο πÝρα, Ýνα συμπαθητικü υποζýγιο μας κοιτοýσε ανÜμεσα απ’ τα κÜγκελα.


«Εßναι ο Λουδοβßκος μας, ο Λουδοβßκος των Μεσογεßων. Το γαúδουρÜκι του κτÞματüς μας, που τþρα πια δικαιοýται να περιφÝρεται και ανÜμεσα στα κλÞματα, αφοý Ýχει τελειþσει ο τρýγος. Καλþς Þρθατε στη Βιτüρα.»
Οι παραπÜνω επεξηγηματικÝς φρÜσεις, καθþς και το καλωσüρισμα, προÝρχονται απü την Ολυμπßα Παπαγιαννακοποýλου και απü τον σýζυγü της, τον Γιþργο Λακüπουλο. ΔημοσιογρÜφος στην ΑθÞνα αυτüς, στÝλεχος της ΕυρωπαúκÞς ΕπιτροπÞς στις ΒρυξÝλλες εκεßνη, Ýχουν και καλλιεργοýν Ýναν οικογενειακü αγρü, με αμπÝλια, δÝντρα, οπωροκηπευτικÜ κÜθε λογÞς, και αρκετÜ ζωντανÜ.


«ΠαρÝα στον γÜιδαρο κÜνουν οι κüτες με τα πετεινÜρια μας, οι πÜπιες, οι φραγκüκοτες και το ζευγÜρι τα κουνÝλια μας. Που, στην πραγματικüτητα, δεν αποτελοýν κυριολεκτικÜ ζευγÜρι, αφοý μας βγÞκαν και τα δυο αρσενικÜ.»
«ΚουνÝλια gay, δηλαδÞ;» διακüπτει ο προπετÞς της συντροφιÜς.
«ΑυτÜ τα ζωντανÜ, μαζß με τα λαχανικÜ, τα φροýτα και τα κλÞματα της Βιτüρας,» αντιπαρÝρχεται η Ολυμπßα την κακüγουστη παρεμβολÞ, «εßναι η απασχüλησÞ μας, üταν μας το επιτρÝπει ο χρüνος. Σε κÜθε ευκαιρßα, Ýρχομαι απü το ΒÝλγιο, ξεχνÜω τις Üλλου εßδους διακοπÝς και ξεκουρÜζομαι εδþ: με τις ντομÜτες, τις μελιτζÜνες, τα αμπελοφÜσουλα, τις πιπεριÝς, τα αγγουρÜκια. Με τις φιστικιÝς, τις συκιÝς, τις μηλιÝς, τις ροδιÝς, τις κυδωνιÝς μου. Και, φυσικÜ, με τα αμπÝλια.»
«Τα οποßα απαιτοýν, φαντÜζομαι, ιδιαßτερη και συνεχÞ φροντßδα.»
«Προφανþς. Και, μÜλιστα, καθ’ üλη τη διÜρκεια της χρονιÜς. Γι’ αυτü, Ýχουμε προσλÜβει Ýναν εργÜτη που μας Ýρχεται σε καθημερινÞ βÜση.»
«Αρκεß Ýνας;»
«Ναι, μωρÝ, αρκεß. Μüνο οκτþ στρÝμματα εßναι το κτÞμα και, απ’ αυτÜ, τα αμπÝλια καταλαμβÜνουν μüνο τα τρßα. ¢λλωστε, το εßπαμε, ο Üντρας μου κι εγþ εßμαστε εδþ κÜθε λßγο και λιγÜκι.»
«ΟικογενειακÞ επιχεßρηση, με Üλλα λüγια.»
«Οýτε καν. ΟικογενειακÞ διασκÝδαση θα το ονüμαζα. Χωρßς αυτü να σημαßνει üτι το αποτÝλεσμα της διασκÝδασης εßναι ευκαταφρüνητο. Τα φροýτα μας μετατρÝπονται σε μαρμελÜδες και γλυκÜ του κουταλιοý: γλυκü κυδþνι, σταφýλι, καρυδÜκι και λοιπÜ, μαρμελÜδα φρÜουλα, βερßκοκο, ροδÜκινο, σýκο, πεπüνι και πÜει λÝγοντας. Το 2005 δοκιμÜσαμε να προσθÝσουμε διÜφορα μπαχÜρια στις μαρμελÜδες. ΦτιÜξαμε μαρμελÜδα ροδÜκινο εßτε με γαρýφαλλο εßτε με πιπÝρι εßτε με λεβÜντα! Στη μαρμελÜδα σýκο δοκιμÜσαμε το κÜρδαμο. ΠιστÝψτε με, τα αποτελÝσματα Þσαν ιδιαßτερα ικανοποιητικÜ, καθþς μερικÜ μπαχÜρια ανÜδειξαν το Üρωμα των φροýτων κατÜ τρüπο εντυπωσιακü. Οι ντομÜτες μας, εξÜλλου, γßνονται πελτÝς και σÜλτσα, φτιÜχνουμε pesto και chutney με πρÜσινη ντομÜτα και ροδÜκινο, πελτÝ με δαμÜσκηνα και κυδþνια, τα φιστßκια μας (üποτε Ýχουμε καλÞ σοδειÜ) δεν μÝνουν Üψητα. Και, εννοεßται, το κρασß μας εμφιαλþνεται…»
«Πιο αργÜ, παρακαλþ, δεν σας προλαβαßνω!»
«¸λεγα, λοιπüν πως το κρασß μας εμφιαλþνεται και ευφραßνει τους ουρανßσκους των φßλων μας.»
«Μüνο των φßλων; Δεν το πουλÜτε;»
«Ακοýστε. Σßγουρα δεν το εμπορευüμαστε. Τþρα, αν θÝλουν κÜποιοι γνωστοß να αγορÜσουν, δεν πρüκειται να τους το αρνηθοýμε.»
«Το παλαιþνετε κιüλας;»
«Βεβαßως. ¸χουμε προμηθευτεß δρýινα βαρÝλια πρþτης ποιüτητας και κÜνουμε ü,τι περνÜει απ’ το χÝρι μας για να εßναι το τελικü προúüν üσο πιο καλü γßνεται.»
Η αλÞθεια εßναι üτι στο κτÞμα Βιτüρα θα δεις να υπÜρχουν üλα τα απαραßτητα καλλιεργητικÜ εργαλεßα και μηχανÞματα: για το κλÜδεμα, για τον τρýγο, για την απüσταξη, για την εμφιÜλωση. Θερμüμετρα, υγρüμετρα, κλιματιστικÜ, τα πÜντα. Κι επιπλÝον, το δραστÞριο ζευγÜρι Ýχει φροντßσει, δßπλα στα παραδοσιακÜ κρασιÜ, να μεταφυτÝψει ποικιλßες που Ýρχονται απü το εξωτερικü, απü τα θεωροýμενα προηγμÝνα οινοπαραγωγÜ κρÜτη, και που Ýχουν ιδιαßτερα εκτιμηθεß απü την ελληνικÞ αγορÜ: απü τη μια μεριÜ Cabernet Sauvignon & Merlot, το οποßο παρασýρει το βλÝμμα με τις βαθιÝς κüκκινες ανταýγειÝς του, και απü την Üλλη το γνωστü Σαββατιανü Þ το ΜοσχÜτο ΑχαÀας, τα οποßα λαμπιρßζουν σε αποχρþσεις χρυσαφιÝς. Οι ετικÝτες τους, προσεγμÝνες και καλαßσθητες, προσδιορßζουν με ειλικρßνεια το περιεχüμενο: «προúüν απü σταφýλια βιολογικÞς καλλιÝργειας…»
«Το μερÜκι μας (Þ η τρÝλα μας, üπως το πÜρει κανεßς) φτÜνει μÝχρι του σημεßου να ξανοιγüμαστε στην παραγωγÞ της ποικιλßας Vitora Nouveau, σαν το γαλλικü Baujolais Nouveau, που πρÝπει να καταναλωθεß Üμεσα. Απü το κρασß μας, παρασκευÜζουμε ακüμα μυρωδÜτο ξýδι, κüκκινο και ροζÝ, κι επßσης δεν ξεχνÜμε το μπαλσÜμικο.»
«Μα üλα αυτÜ δεν εßναι ποτÝ δυνατüν να διοχετευθοýν σε φßλους και γνωστοýς οýτε να καταναλωθοýν επß τüπου.»
«¼λα εßναι δυνατÜ, αρκεß να Ýχεις καλÞ διÜθεση και ν’ αφÞνεις να τρÝξει ανεμπüδιστη η φαντασßα σου. Εßπαμε: και παρÜγουμε, και συσκευÜζουμε, και αποθηκεýουμε. ΠαρÜλληλα, διοργανþνουμε γιορτÝς και καταναλþνουμε. Και, στις Üλλες γιορτÝς, τις επßσημες εννοþ, üπως τα Χριστοýγεννα Þ το ΠÜσχα, δεν μÝνουμε αδρανεßς. ΚατασκευÜζουμε καλÜθια παραδοσιακÜ, απü λυγαριÜ και καλÜμια, και τα στολßζουμε ανÜλογα με την περßσταση: με κανÝλλες, μπουκÝτα δεντρολßβανου και δÜφνης, φλοýδες απü ξερÜ πορτοκÜλια, λεμüνια και μÞλα, κουκουνÜρες, ρüδια και αμýγδαλα. ΜÝσα στα καλÜθια τοποθετοýμε Üσπρο και κüκκινο κρασß, καθþς και τσßπουρο απü το κτÞμα. ΠροσθÝτουμε μαρμελÜδες, γλυκÜ του κουταλιοý, πελτÝδες και τÝλος, ανÜλογα με την εποχÞ, διανθßζουμε τα καλÜθια με μουστοκοýλουρα, Üλλα κουλοýρια, κουραμπιÝδες, μελομακÜρονα. ¼λα χειροποßητα, ψημÝνα στον ξυλüφουρνü μας.»

Γιατß δεν μπορεß να διαφýγει της προσοχÞς του επισκÝπτη üτι στο κτÞμα υπÜρχει ξυλüφουρνος, παραδοσιακü πατητÞρι, στÜβλος και κοτÝτσι.

«¸να σýνολο που σÝβεται τη φýση. Που λειτουργεß μüνο με φυσικÝς και παραδοσιακÝς μεθüδους, χωρßς λιπÜσματα και φÜρμακα, εκτüς απü üσα βιολογικÜ σκευÜσματα επιτρÝπονται. Που παρεμβαßνει üσο γßνεται λιγüτερο στη φýση, που σÝβεται το περιβÜλλον, που συνυπÜρχει με ü,τι αναπνÝει και μεγαλþνει μαζß μας. Μα, γιατß σας τα λÝω, αφοý τα περιγρÜφει αναλυτικÜ και το site μας: www.vitora.gr.»
«ΕπιτρÝψτε, üμως, μια τελευταßα ερþτηση: ποια εßναι η Βιτüρα;»
«Σýμφωνα με την παρÜδοση, οι κÜτοικοι των Μεσογεßων πßστευαν üτι Βιτüρα ονομÜζεται η καλÞ νερÜιδα που προστατεýει τους αμπελþνες και που εμφανßζεται στα πατητÞρια σαν μικρÞ σαýρα, σαν σαμιαμßδι. ΦÝρνει τýχη και βοηθÜει τους καλοýς αμπελουργοýς. Ελπßζουμε να μας βοηθÞσει, αφοý κι εμεßς βοηθÜμε και προστατεýουμε τη φýση.»
«Βιτüρα, λοιπüν, ε; Ποια προÝλευση Ýχει το üνομα; ΕλληνικÞ;»
«ΜÜλλον üχι. Σε αρβανßτικη διÜλεκτο ακοýσαμε üτι χρησιμοποιεßται. ΑλλÜ μÞπως Ýχει καμιÜ σημασßα, üταν η Ýννοια και ο στüχος για την προστασßα της φýσης εßναι κοινüς σε üλους τους ανθρþπους;»