«ΜÝχρι τþρα, που λες, Þξερα την αρχαßα ελληνικÞ Αντιüχεια, την Ýδρα ενüς απ’ τα ορθüδοξα πατριαρχεßα, αυτÞν η οποßα σÞμερα βρßσκεται στο Ýδαφος της Τουρκßας μετονομασμÝνη σε Antakya.»
«Προφανþς ανακÜλυψες κι Üλλη, για να κÜνεις τÝτοια εισαγωγÞ.»
«Το πÝτυχες. Και μπορεßς να φανταστεßς ποý;»
«¼χι, αλλ’ ανυπομονþ ν’ ακοýσω.»
«Στην Κολομβßα. Πρüκειται για μßα απü τις διοικητικÝς της περιφÝρειες.»
«Νüμιζα üτι ολüκληρη εκεßνη η περιοχÞ, ολüκληρη η Þπειρος θα Ýλεγα, Ýχει ρßζες και ονομασßες ισπανικÝς. ¢ντε και πορτογαλικÝς, λüγω Βραζιλßας. ΑλλÜ ελληνικÝς;»
«¸τσι νüμιζα κι εγþ. ΜÝχρις üτου πÞγα στο Μεντεγßν, την πρωτεýουσα της Αντιüχειας (Antioquia στη γλþσσα τους). Εκεß, λοιπüν…»

«Μια στιγμÞ. Να ξεκαθαρßζουμε τα πρÜγματα: το Μεντεγßν, Ýχει κι αυτü ελληνικÝς ρßζες;»
«ΕλληνικÝς, üχι. ΡωμαúκÝς, ναι. Την ονομασßα Ýδωσε Ýνας απü τους Ισπανοýς εξερευνητÝς, Þ σωστüτερα κατακτητÝς (conquistadores λÝγονται, Üλλωστε), εκεßνους που κατÜ τα ιστορικÜ λεγüμενα δÞθεν “ανακÜλυψαν” μαζß με τον Κολüμβο την ΑμερικÞ. Σαν να μην υπÞρχε η Þπειρος με τους κατοßκους της και τον πολιτισμü τους πριν απü το 1492! Ο εν λüγω κατακτητÞς, λοιπüν, καταγüταν απü την ισπανικÞ πüλη Μεντεγßν, που εßναι κÜπου στην Εστρεμαδοýρα. Και αυτÞ η πüλη Ýλκει το δικü της üνομα απü τον Ρωμαßο Quintus Caecilius Metellus Pius.»

«Ωραßα. Ας επιστρÝψουμε στα ελληνικÜ.»
«Η Αντιüχεια ονομÜστηκε Ýτσι αφενüς λüγω της γενικευμÝνης τüτε διÜθεσης να χρησιμοποιοýνται τοπωνýμια απü την ελληνικÞ ΜικρÜ Ασßα κι αφετÝρου απü την επιθυμßα να υπογραμμιστεß η ανδρεßα των κατοßκων της, που απÝκρουαν τους εχθροýς. Εδþ, ας αναζητηθεß η ετυμολογικÞ ρßζα του ονüματος “Αντßοχος”. Οπüτε, Ýχουμε και λÝμε: πρþτη ελληνικÞ επßδραση.»

«Ακολουθοýν και Üλλες;»
«Βεβαßως. Χωρßς να χρειÜζεται να αναφερθοýν οι λÝξεις εκεßνες που Ýχουν επικρατÞσει ευρýτερα στις λατινογενεßς γλþσσες (museo, iglesia, teatro, biblioteca, cataclismo κλπ), αξßζει να επισημανθοýν: η ανθοκομικÞ Ýκθεση Orquideórama στον βοτανικü κÞπο (jardín botánico), το νυκτερινü κÝντρο Loutrón, το νεανικü μουσικü σýνολο Autárkia…»
«ΕντÜξει. ΜετÜ την “αυτÜρκεια”, αρκεß η ναρκισσιστικÞ απαρßθμηση. ΚÜτι Üλλο ενδιαφÝρον απü το Μεντεγßν;»
«ΠολλÜ. Εν αρχÞ, η παρουσßαση των Ýργων του Fernando Botero, εκλεκτοý τÝκνου της πüλης, τüσο μÝσα στο μουσεßο üσο και στην κεντρικÞ πλατεßα. Απ’ αυτÜ ξεχωρßζουν η κοιμωμÝνη Αφροδßτη και η αρπαγÞ τη Ευρþπης απü τον Δßα.»
«Στις ομοιüτητες και τα σημεßα επαφÞς με την ΕλλÜδα το γυρßσαμε πÜλι!»

«ΣωστÜ. Ας περÜσουμε στις αντιθÝσεις. ¼λοι, μα üλοι, οι μηχανüβιοι φοροýν κρÜνος. Και τι κρÜνος! Στο πßσω μÝρος του αναγρÜφεται ευκρινÝστατα ο αριθμüς κυκλοφορßας του οχÞματος. Ο ßδιος αριθμüς εμφανßζεται στο γιλÝκο το οποßο φοριÝται υποχρεωτικÜ επÜνω απü τα ροýχα του οδηγοý. Συνεχßζω. Ο αριθμüς των ταξß αναγρÜφεται, εκτüς απ’ τη συνηθισμÝνη θÝση, στα πλευρÜ του αυτοκινÞτου καθþς και στη σκεπÞ, με μεγÜλα στοιχεßα. ΠεραιτÝρω τα ταξß, üπως και τα φορτηγÜ, “ερωτοýν” τα ακολουθοýντα οχÞματα: “Πþς οδηγþ;” Και παραπÝμπουν στο τηλÝφωνο της σχετικÞς υπηρεσßας παραπüνων και καταγγελιþν!»

«ΜÞπως οι υποχρεþσεις αυτÝς εßναι υπερβολικÝς; ΜÞπως συνδÝονται κÜπως με το κακüφημο παρελθüν της πüλης; ΑναφÝρομαι στο καρτÝλ του Μεντεγßν και στην εκεß εγκληματικÞ δρÜση του Pablo Escobar.»
«Μπορεß. Δεν παýουν, ωστüσο, να εντυπωσιÜζουν. ΑλλÜ, τþρα που μνημονεýτηκε το üνομα του Escobar, οφεßλουμε να παραδεχθοýμε πως η κακÞ φÞμη του στο εξωτερικü της Κολομβßας δεν συμβαδßζει απüλυτα με την εικüνα του στο εσωτερικü της. Εξηγοýμαι. Κανεßς δεν ισχυρßζεται, βÝβαια, üτι οι δολοφονßες, οι απαγωγÝς, οι εκβιασμοß και οι οποιεσδÞποτε Üλλες πρÜξεις του δικαιολογοýνται. Αλλ’ üμως, πρÝπει να συνεκτιμηθεß η συμπαρÜσταση και η βοÞθειÜ του στις πÜμπτωχες -στις λιμοκτονοýσες, θα Ýλεγα- ομÜδες του πληθυσμοý, οι οποßες τον λÜτρευαν σαν Þρωα και αδιαφοροýσαν για το αν οι κυβερνÞσεις της Κολομβßας και των ΗΠΑ τον Ýβλεπαν σαν εχθρü. Τα στÜδια που

χρηματοδüτησε, ιδßως για μικρÝς ομÜδες, και οι ναοß που φρüντισε να ανεγερθοýν τον κατÝστησαν ιδιαßτερα δημοφιλÞ στους αθλοýμενους νÝους, αλλÜ και στην καθολικÞ εκκλησßα! Καλλιεργοýσε κι ο ßδιος την ιδÝα πως εßναι Ýνας ΡομπÝν των Δασþν, μοιρÜζοντας απευθεßας χρÞματα στους φτωχοýς Þ πληρþνοντας τις οφειλÝς τους για στεγαστικÜ δÜνεια.»
«Με τα κÝρδη απü το εμπüριο των ναρκωτικþν, φυσικÜ.»
«ΦυσικÜ. Εßπαμε, η “αγαθοεργßα” του δεν τον απαλλÜσσει απü την ευθýνη οýτε για τη διακßνηση ναρκωτικþν οýτε για τη στρατολüγηση εφÞβων με συνÝπεια τη δολοφονßα εξακοσßων τüσων αστυνομικþν! Οι δυστυχισμÝνοι, üμως, του Μεντεγßν δεν δßσταζαν να του προσφÝρουν κρησφýγετο, κÜλυψη και προστασßα. Εßναι δε χαρακτηριστικü üτι ο Botero φιλοτÝχνησε δýο Ýργα με θÝμα τον θÜνατο του Escobar: στο Ýνα τον απεικονßζει να τρÝχει επÜνω στις στÝγες των σπιτιþν και να δÝχεται βροχÞ απü σφαßρες, ενþ στο Üλλο τον εμφανßζει νεκρü με Ýνα περßστροφο στο χÝρι, þστε να στηριχθεß η εκδοχÞ που προτιμÜει ο λαüς: üτι δεν τον πÝτυχαν, αλλ’ üτι Ýθεσε μüνος του τÝρμα στη ζωÞ του.»

«Ας το κλεßσουμε το θÝμα κι ας επιστρÝψουμε στη σýγκριση του Μεντεγßν με την ΕλλÜδα.»
«Δεν πρüκειται για γενικÞ σýγκριση. Θα Þταν αδιανüητο και προπετÝς. Απλþς επισημαßνονται μερικÜ σημεßα φαινομενικÞς αντßθεσης. Τις ΚυριακÝς, για παρÜδειγμα, κλεßνει Ýνα αρκετÜ μεγÜλο τμÞμα κεντρικÞς λεωφüρου και χρησιμοποιεßται για ποδηλασßα και τρÝξιμο. Οι κÜτοικοι το δÝχονται αδιαμαρτýρητα, αλλÜζουν διαδρομÝς Þ αποφεýγουν το κÝντρο. ¢λλο: σε ορισμÝνους ναοýς, οι οποßοι ειρÞσθω εν παρüδω εßναι γεμÜτοι κατÜ τη διÜρκεια üλων των καθημερινþν ακολουθιþν (και εßναι πολλÝς), παßζεται μουσικÞ ροκ και ο ιερÝας δßνει τον τüνο του τραγουδιοý και των χορευτικþν κινÞσεων, καθþς παρÜλληλα τις μιμεßται ολüκληρο το εκκλησßασμα.»

«Εμεßς δεν Ýχουμε τους… παπαροκÜδες;»
«ΚαλÜ, πÜμε παρακÜτω. Σε κÜποια τουριστικÞ συνοικßα, δßπλα στην πλατεßα με τα εστιατüρια, τα μπαρ και τη φασαρßα, η πινακßδα Ýξω απü Ýνα καφενεßο ενημερþνει üτι τις Τρßτες παραδßδονται μαθÞματα αγγλικÞς δωρεÜν! Δεν Üντεξα στον πειρασμü και εßδα περß τα πενÞντα Üτομα κÜθε ηλικßας να κρÝμονται απü τα χεßλη του καθηγητÞ, ο οποßος τους ανÝλυε την Οδýσσεια!»
«Σε ακριβÞ συνοικßα;»
«¸χει σημασßα; ¢λλωστε, σε μια απü τις φτωχüτερες συνοικßες του Μεντεγßν, εκεß üπου Üλλοτε στρατολογοýσε ο Escobar, Ýχει πρüσφατα χτιστεß υπερσýγχρονη βιβλιοθÞκη. Στüχος της, üχι απλþς να προσφÝρει στο κοινü τη δυνατüτητα Ýρευνας και μελÝτης, αλλÜ ν’ αποτελÝσει μοχλü κοινωνικÞς και πολιτιστικÞς αναβÜθμισης του πληθυσμοý. ΠρÝπει να ληφθεß επιπλÝον υπüψη πως στην πüλη αυτÞ των δυüμισι εκατομμυρßων κατοßκων λειτουργοýν, οýτε λßγο οýτε πολý, τριÜντα Ýξι βιβλιοθÞκες. Με μεγÜλο αριθμü αναγνωστþν. Και, μια που μιλÞσαμε για φτωχÝς συνοικßες, αξßζει να σημειωθεß üτι δυο απ’ αυτÝς (απλωμÝνες στις απüτομες πλαγιÝς των βουνþν που περικλεßουν την κοιλÜδα του Μεντεγßν) εξυπηρετοýνται συγκοινωνιακÜ απü εξαßρετα, φτηνÜ τελεφερßκ, δεδομÝνου üτι η πρüσβαση με λεωφορεßα παρßσταται εßτε δυσχερÝστατη εßτε χρονοβüρα.»

«Ποιο απü üλα αυτÜ τα θετικÜ σημεßα θα θεωροýσες το σπουδαιüτερο για να… μεταφυτευθεß στη χþρα μας;»
«¸να Üλλο. Το χαμüγελο. Αυτü που συναντÜς συνεχþς: στο εστιατüριο και στο ξενοδοχεßο, στο μετρü, στο δρüμο. Την ευγÝνεια και την καλοσýνη που αποπνÝουν οι κÜτοικοι. Που δεν περιορßζεται στους ξÝνους επισκÝπτες, αλλÜ δεßχνει ριζωμÝνη στον χαρακτÞρα τους. Το “ευχαριστþ” και το “παρακαλþ”, το “gracias” και το “con mucho gusto” που βρßσκονται στην ημερÞσια διÜταξη. Και, προσοχÞ: δεν εßναι σαν το θεωροýμενο επßπλαστο Üλλων λαþν, τους οποßους δεν χρειÜζεται να αναφÝρουμε. ΜοιÜζει ειλικρινÝς, αυθεντικü.»
«ΕπομÝνως, συνÜγεται το συμπÝρασμα üτι, αν üχι η τυφλÞ αντιγραφÞ, τουλÜχιστον μια επÞρεια απü το Μεντεγßν εßναι απαραßτητη;»

«Δεν εßναι φρüνιμο, νομßζω, να φτÜνει κανεßς σε υπερβολÝς, ιδßως üταν η σχηματισμÝνη εικüνα στηρßζεται σε μια πρþτη γνωριμßα λßγων ημερþν. Παρ’ üλα αυτÜ, θα Þταν Üδικο απÝναντι σ’ αυτοýς τους κατοßκους να μην τονιστοýν τα üσα θετικÜ παρατηρεß ο τουρßστας. Κι ανÜμεσα στα θετικÜ, η προθυμßα με την οποßα απαντοýν στις ερωτÞσεις του και ανταποκρßνονται στις επιθυμßες του. Μαζß με την αισιοδοξßα τους για το μÝλλον, παρÜ την οικονομικÞ τους δυσπραγßα. Αισιοδοξßα, που αντανακλÜται στον πÜνδημο εορταστικü φωτισμü με την ευκαιρßα των εορτþν των ΧριστουγÝννων και ΝÝου ¸τους: γιρλÜντες, λαμπÜκια που αναβοσβÞνουν, φωτεινÜ σιντριβÜνια κατÜ μÞκος του ποταμοý, πυροτεχνÞματα Þδη απü τα τÝλη Νοεμβρßου.»
«Ακοýγονται ευχÜριστα üλα τοýτα.»

«Εßναι, πρÜγματι. Και οφεßλω, τÝλος, να ομολογÞσω üτι Ýμεινα ενεüς üταν διÜβασα, στα χαρτιÜ που χρησιμοποιεß αντß για τραπεζομÜντηλο κÜποιο εστιατüριο, σειρÜ ολüκληρη παραινÝσεων σχετικÜ με την ανÜγκη να χαßρεται ο Üνθρωπος κÜθε στιγμÞ της ζωÞς του, ν’ αναλαμβÜνει ο ßδιος την πρωτοβουλßα κινÞσεων καλοσýνης και χαρÜς! Αρκοýμαι να μεταφρÜσω τρεις απ’ αυτÝς.
-Μην περιμÝνεις Ýνα χαμüγελο, για να δεßξεις ευγÝνεια. ΧαμογÝλα εσý πρþτος!
-Μην περιμÝνεις να βρεις την καλýτερη απασχüληση, για να εργαστεßς με κÝφι. ΚÜνε το κιüλας στη δουλειÜ που Ýχεις!
-Μην περιμÝνεις τη μÝρα του θανÜτου, για ν’ αγαπÞσεις και να χαρεßς τη ζωÞ. ΑγÜπα την τþρα!
«ΧρειÜζονται σχüλια;»
ΧΧΧΧΧ |