Δεν πρüκειται να καταπιαστοýμε με την αναζÞτηση της ρßζας αυτÞς της ετÞσιας γιορτÞς οýτε με την εξÞγηση (ετυμολογικÞ, λαογραφικÞ, συνεκδοχικÞ Þ Üλλη) της Ýκφρασης «γßναμε καρνÜβαλος». ΠρÝπει, απλþς, να επισημανθεß üτι, αν βρει κÜποιος την ευκαιρßα κι αν Ýχει την οικονομικÞ ευχÝρεια να πÜει μÝχρι τη Βραζιλßα, το καρναβÜλι στην τÝως επßσημη, αλλÜ πÜντα αγαπημÝνη, πρωτεýουσα των ΒραζιλιÜνων αποτελεß κυριολεκτικÜ αλησμüνητη εμπειρßα. Δεν εßναι καρνÜβαλος.
ΕιλικρινÜ, χωρßς διÜθεση να υποτιμηθοýν οι προσπÜθειες της ΠÜτρας, του ΜοσχÜτου, παλιüτερα της ΠλÜκας Þ Üλλων ελληνικþν τοποθεσιþν, δßχως δε να παραβλÝπονται εντυπωσιακÜ και παραδοσιακÜ καρναβÜλια, üπως της Βενετßας Þ της Κολονßας, το Ρßο ντε ΤζανÝιρο εßναι το κÜτι Üλλο, εßναι «üλα τα λεφτÜ» κατÜ τη σýγχρονη ορολογßα.

Πρþτα απ’ üλα, η παρÝλαση των σχολþν της σÜμπας στον ειδικÜ και αποκλειστικÜ γι’ αυτüν τον σκοπü διαμορφωμÝνο χþρο, το «σαμποδρüμιο» (κατÜ το «ποδηλατοδρüμιο», το «ιπποδρüμιο» κλπ). Πραγματοποιεßται τις δυο τελευταßες νýχτες της ΑποκριÜς των… μη ορθüδοξων δογμÜτων: την ΚυριακÞ προς τη μη «ΚαθαρÜ» ΔευτÝρα και τη ΔευτÝρα προς τη «λιπαρÞ» Τρßτη, την Üγνωστη στην ΕλλÜδα “Mardi Gras”. Αρχßζει ακριβþς στις εννÝα το βρÜδυ και τελειþνει ακριβþς στις Ýξι το πρωß! Η ακρßβεια οφεßλεται και δικαιολογεßται απ’ το üτι παρελαýνουν κÜθε μια νýχτα Ýξι σχολÝς, που Ýχουν στη διÜθεσÞ τους το πολý απü ογδüντα λεπτÜ της þρας για να βαδßσουν το χιλιüμετρü τους: απü τον προπομπü μÝχρι τον τελευταßο της ουρÜς. Αν υπερβοýν τον χρüνο, τους αφαιροýνται πüντοι απü τη γενικÞ βαθμολογßα. ΠροσθÝστε στα ογδüντα λεπτÜ Üλλα δÝκα για τη σÜρωση απü δεκÜδες καθαριστÝς, πολλαπλασιÜστε το Üθροισμα επß Ýξι και, Üνευ ουδεμιÜς προσφυγÞς στους συμμιγεßς αριθμοýς, Ýχουμε αποτÝλεσμα εννÝα þρες!
ΑντÝχεται; Σε ορθοστασßα, σßγουρα üχι. Στις τσιμεντÝνιες κερκßδες, που δεν Ýχουν βÝβαια πλÜτη, παßζεται. Αν εßσαι ΒραζιλιÜνος και φανατικüς της σÜμπας, αν μÜλιστα παρÜλληλα ανÞκεις στους οπαδοýς κÜποιας σχολÞς, τüτε ναι, αντÝχεται. Αν εßσαι κοινüς τουρßστας, πρÝπει να Ýχεις υποσχεθεß στον εαυτü σου μαστßγωμα για τις αμαρτßες σου, για να φτÜσεις στο ξενοδοχεßο κατÜ τις εφτÜ, διαλυμÝνος και με κατακüκκινα μÜτια, να τρÝξεις στο πρωινü για καφÝ (και για να μη το χÜσεις) και να πÝσεις ψüφιος στο κρεβÜτι. Ιδßως, üταν Ýχεις αφÞσει πßσω τη νεüτητα, αλλÜ και πÜλι…
Γιατß, Üραγε, δεν αντÝχεται; ΘÝμα αισθητικÞς; Μερικοß, ßσως, θα πουν üτι υπÜρχουν σημεßα τα οποßα αγγßζουν το κιτς. Μπορεß. ΑλλÜ δεν εßναι αυτüς ο λüγος. Ο πλοýτος και η πανδαισßα των χρωμÜτων, ο εκπληκτικÜ μεγÜλος αριθμüς εκεßνων που παρελαýνουν (τρεις με τÝσσερις χιλιÜδες κÜθε σχολÞ), η ποικιλßα και η δημιουργικÞ φαντασßα πßσω απü τις στολÝς και τα Üρματα και, κυρßως, η ακατÜπαυστη, σχεδüν εκκωφαντικÞ, υπüκρουση στον ρυθμü της σÜμπας, αυτÜ εßναι που οδηγοýν τελικÜ στον κορεσμü. Εßναι τüσο πολλÜ και τüσο ωραßα, που… δεν πÜει Üλλο.
Κι üμως. Τα ßδια στοιχεßα που κουρÜζουν εßναι τα ßδια που συντελοýν στην ομορφιÜ της παρÝλασης. Εßναι η ολιγÜριθμη «εμπροσθοφυλακÞ» της κÜθε σχολÞς, με της γυμναστικÝς, χορευτικÝς ασκÞσεις-φιγοýρες, που δεν υπÜρχει περßπτωση να μη χειροκροτηθοýν απü τους κριτÝς, üρθιους και ενθουσιþδεις στον εξþστη τους. Εßναι οι καλλονÝς που λικνßζονται, σαγηνευτικÜ μεν αλλ’ üχι αισθησιακÜ, ριψοκßνδυνα ανεβασμÝνες στα τερÜστια Üρματα. Εßναι ο αρχηγüς και η σημαιοφüρος που χαιρετοýν περÞφανα και χαιρετιοýνται πανηγυρικÜ. Εßναι αυτÞ η σχετικÜ μικροýλα λαοθÜλασσα με τα γαλαζοπρÜσινα φτερÜ που τα κουνÜει με χÜρη και σε ταξιδεýει στη μεγÜλη θÜλασσα του διπλανοý Ατλαντικοý. Εßναι οι εγχþριες προσωπικüτητες του χοροý και του τραγουδιοý που μετÝχουν στην παρÝλαση τιμÞς Ýνεκεν και ξεσηκþνουν τα πλÞθη. Συγγνþμη, προσωπικüτητες και του ποδοσφαßρου, στη Βραζιλßα δεν εßμαστε; Εκεßνος με το κατÜλευκο κουστοýμι και με πολιτικÜ παποýτσια δεν εßναι δα ο πολýς Ροναλτßνιο;
ΑξÝχαστες στιγμÝς. Κι ας σε καταβÜλλει η κοýραση. Κι ας σε κλÝβει στα ρÝστα πüτε-πüτε ο μικροπωλητÞς. Κι ας σου τη δßνει με τις παρατηρÞσεις του ο πανταχοý παρþν παντογνþστης και γκρινιÜρης που κÜθεται δßπλα σου. Αρκεß να γυρßσεις το βλÝμμα ψηλÜ και μακριÜ, εκεß στον λüφο του ΚορκοβÜντο üπου στÝκει κι αγκαλιÜζει το Ρßο του ο Χριστüς ο ΛυτρωτÞς, εναλλασσüμενα φωτισμÝνος μÝσα στην καλοκαιρινÞ νýχτα, και διþχνεις για λßγο την κοýραση. Αν θες, τον ευχαριστεßς κιüλας. Αυτüν Þ üποιον Üλλον σου υπαγορεýει η πßστη σου.

Η παρÝλαση, λοιπüν. Το αποκορýφωμα της μεγÜλης γιορτÞς. Ογδüντα λεπτÜ, για να μπορÝσει η σχολÞ να υπερτερÞσει των Üλλων και να βραβευθεß. Ογδüντα λεπτÜ, üμως, που φÝρνουν πßσω τους προσπÜθειες ενüς χρüνου. Ολüκληρη τη χρονιÜ προετοιμÜζονται. Καινοýριες ιδÝες, καινοýρια Üρματα, καινοýρια κουστοýμια. Για χιλιÜδες συμμετÝχοντες. ΤερÜστια εργαστÞρια κατασκευÞς και αποθÞκευσης, χιλιÜδες εργÜτριες κι εργÜτες, üλοι δουλεýουν -τι δουλεýουν, ζουν- με στüχο την επιτυχßα. Δεν πειρÜζει, τελικÜ, αν δεν τους δοθεß το πρþτο βραβεßο. Καλοδεχοýμενο, φυσικÜ, μα üχι απαραßτητο. ΦτÜνει η χαρÜ της συμμετοχÞς: χαρÜ δικÞ τους, χαρÜ των φßλων της σχολÞς.
Και ξÝρετε κÜτι; ¼λη αυτÞ η προετοιμασßα, üλη η φοýρια, üλη η τρÝλα στηρßζονται üχι στους μεγÜλους και τους μεσαßους της κοινωνßας του Ρßο. ¼χι. Στηρßζονται στα φτωχαδÜκια που κατοικοýν στοιβαγμÝνα στις παρυφÝς της μεγαλοýπολης, στη μια Þ στην Üλλη «φαβÝλα». Οπüτε, φανταστεßτε πüσος Þταν ο πüνος üταν φÝτος, δυο μÞνες πριν απ’ το καρναβÜλι, μια σαρωτικÞ πυρκαγιÜ Ýπεσε με μανßα στα κτÞρια τριþν σχολþν και κατÝστρεψε τελεßως τις στολÝς, τα Üρματα, τα πÜντα. Μα δεν το Ýβαλαν κÜτω. ¸καναν τα αδýνατα δυνατÜ, δοýλεψαν μερüνυχτα, üπως αυτοß ξÝρουν να δουλεýουν, και το θαýμα Ýγινε. Κατüρθωσαν να τελειþσουν εγκαßρως, να παρελÜσουν και να οδηγÞσουν τους θεατÝς σε παραλÞρημα αναγνþρισης του κüπου, της δουλειÜς και της αγÜπης τους: για τη σχολÞ, για το καρναβÜλι, για την πüλη τους.
ΧιλιÜδες Üνθρωποι να απασχολοýνται ολüκληρο χρüνο, το προσωπικü του σταδßου, οι διοργανωτÝς, οι τουριστικοß πρÜκτορες, οι οδηγοß ποýλμαν και ταξß, οι ξενοδüχοι, üλα τοýτα για δυο νýχτες σÜμπας; Γιατß üχι; Το Ýχουν στο αßμα τους. Παρ’ üλα αυτÜ, η γιορτÞ του καρναβαλιοý δεν περιορßζεται εκεß. Το σαμποδρüμιο αποτελεß τη μια πτυχÞ της, τη γνωστüτερη, τη διαφημισμÝνη. Το Ρßο, ωστüσο, διασκεδÜζει κι αλλιþς. Στους δρüμους, με τα «μπλüκα».
Η λÝξη παραπÝμπει σε διαδηλþσεις διαμαρτυρßας, σε αστυνομικÝς δρÜσεις καταστολÞς, σε καταστÜσεις δυσÜρεστες, σε βßα, σε δακρυγüνα. Τßποτα απ’ αυτÜ. Πρüκειται απλþς για συγκεντρþσεις προγραμματισμÝνες, σε διÜφορα σημεßα της πüλης και χρονικÜ διÜσπαρτες þστε να διασφαλßζεται üσο το δυνατüν μεγαλýτερη συμμετοχÞ του κοινοý, οι οποßες Ýχουν Ýνα κοινü σημεßο: Ýνα μεγÜλο φορτηγü, φορτωμÝνο με τερÜστια ηχεßα και ενισχυτÝς, και πÜνω του καμιÜ δεκαριÜ νοματαßοι που τραγουδοýν Ýξω φωνÞ κι Ýξω καρδιÜ, πÜντοτε στον ρυθμü της σÜμπας. Το φορτηγü προχωρεß με ταχýτητα χελþνας ανÜμεσα σε Ýνα πλÞθος πολλþν εκατοντÜδων (χιλιÜδων, ßσως;) ατüμων που συνοδεýουν χορευτικÜ και τραγουδιστικÜ τους επß της καρüτσας κεφÜτους διασκεδαστÝς. ΑναψυκτικÜ και μπßρες κρατοýν συντροφιÜ στο πλÞθος. ΧαρÜ, γÝλιο, ανεμελιÜ. (Σημεßωση για τους παλιüτερους. ΘυμÜστε το γαúτανÜκι; Ε, παρüμοια εßναι κι εδþ, σε δýναμη νιοστÞ.)
Και το μπλüκο; Μα, για να κινηθεß üλος αυτüς ο κüσμος γýρω απü το φορτηγü στην προκαθορισμÝνη διαδρομÞ του, πρÝπει να αποκλειστοýν οδοß και λεωφüροι. Το κÝντρο του Ρßο εßναι απροσπÝλαστο απü το μεσημÝρι και μετÜ, üχι για δυο αλλÜ για τÝσσερις μÝρες. ΠεριλαμβÜνεται το ΣÜββατο και η «λιπαρÞ» Τρßτη. Μπλüκο απü εδþ, μπλüκο απü εκεß. ¼ποιος δεν αντÝχει το περπÜτημα, καλÜ θα κÜνει να μεßνει στο ξενοδοχεßο. Αν αυτü βρßσκεται στην παραλßα της ΙπανÝμα Þ της ΚοπακαμπÜνα, μπορεß να δει την πορεßα απü το παρÜθυρο. ΞενÝρωτα, βÝβαια.
|