¼ταν ταξιδεýεις στις τροπικÝς ζþνες, περιμÝνεις να βρεθεßς σε Üγρια βλÜστηση Þ σε κοραλλÝνιες θÜλασσες και να θαυμÜσεις τα παραδεßσια πολýχρωμα πουλιÜ Þ τις χορευτικÝς φιγοýρες των ψαριþν. Να μυρßσεις τα μεθυστικÜ αρþματα των λουλουδιþν, ν' ακοýσεις το αδιÜκοπο βουητü του ωκεανοý και να γευθεßς τους γλυκοýς χυμοýς των φροýτων.
¼λ' αυτÜ θα τα ζÞσεις σßγουρα και θα ευφρανθοýν οι αισθÞσεις σου. ¼μως, αν Ýχεις διÜθεση, μπορεß η εμπειρßα των τροπικþν να πλουτιστεß ακüμα περισσüτερο. ¸νας τρüπος -που ισχýει φυσικÜ για κÜθε ταξιδιωτικÞ εξüρμηση- εßναι να βγεις απü το κουβοýκλιο των τουριστικþν εκδρομþν και να ζÞσεις για καιρü ανÜμεσα στους ιθαγενεßς, να πλησιÜσεις τη σκÝψη τους και να νιþσεις τα συναισθÞματÜ τους. ΧρειÜζεται χρüνος· που δεν εßναι πÜντα διαθÝσιμος, εßναι αλÞθεια.
ΥπÜρχει, ωστüσο, και Üλλη, σýντομη μÝθοδος: να μην ακολουθÞσεις τα γνωστÜ μονοπÜτια· να εμπιστευτεßς τη διαßσθησÞ σου και να παρασυρθεßς σε λιγüτερο συνηθισμÝνες πορεßες. ¼χι κατ' ανÜγκη σε περιπÝτειες. Απλþς, σε ξεχωριστÝς διαδρομÝς.

«¢γιο Πνεýμα» (Espiritu Santo) ονομÜζεται Ýνα απü τα νησιÜ που απαρτßζουν το σýμπλεγμα του ΒανουÜτου στον Νüτιο Ειρηνικü. Οι ντüπιοι το απλοποιοýν και το φωνÜζουν μüνο «¢γιο». ¸χει ελÜχιστους κατοßκους, σκορπισμÝνους σε παρÜκτια χωριÜ που Üλλα Ýχουν πρüσβαση αποκλειστικÜ απü τη θÜλασσα και Üλλα απü ελικοειδεßς χωματüδρομους, χαμÝνους στη ζοýγκλα.
Το ταλαιπωρημÝνο φορτηγÜκι προχωρÜει στα πρÜσινα βÜθη, καθþς μουσκεýεται απü τις καυτÝς σταγüνες και ταρÜζεται απü τις σκληρÝς κυρτþσεις του λασπωμÝνου δρüμου. Ο οδηγüς πασχßζει να μας απαλýνει την ταλαιπωρßα, διηγοýμενος ιστορßες και μýθους: για τελþνια που εμφανßζονται ξαφνικÜ στο δÜσος και μπαßνουν στη ζωÞ των ανθρþπων· για παραδüσεις που μεταδßνονται απü γενιÜ σε γενιÜ· για το σημεßο που εßναι βυθισμÝνο το αμερικανικü πλοßο, πολεμικü αρματαγωγü του δεýτερου μεγÜλου πολÝμου που χτýπησε απü λÜθος χειρισμü σε συμμαχικÞ νÜρκη και Ýμεινε απü τüτε εκεß, στα αβαθÞ του κüλπου, σκουριασμÝνο τουριστικü αξιοθÝατο.
Εκεßνο που δεν αντιλαμβÜνεται ο οδηγüς εßναι πως δεν εßναι η σωματικÞ ταλαιπωρßα που μας κρατÜει σιωπηλοýς. ΨυχικÞ εßναι η ενüχληση, üπως προχωροýμε και διαπιστþνουμε με κÜποιες τýψεις σε ποια κατÜσταση μποροýν να επιβιþνουν συνÜνθρωποß μας.

«Μα, αλÞθεια, κατοικεßται αυτÞ η περιοχÞ;» εξωτερικεýουμε κÜποια στιγμÞ την απορßα μας.
«Και βÝβαια.»
«Μα καλÜ. Χωρßς ηλεκτρικü, χωρßς νερü τρεχοýμενο, χωρßς συγκοινωνßα;»
«Δεν τα χρειÜζονται. Οýτε τα επιζητοýν. Εßναι ευτυχισμÝνοι με ü,τι Ýχουν.»
Διατηρþντας τις δικαιολογημÝνες αμφιβολßες του πολιτισμοý μας, διακüπτουμε τον διÜλογο και αφηνüμαστε στην παρατÞρηση του βρεγμÝνου τοπßου. ¿σπου ακοýμε πÜλι τη φωνÞ του οδηγοý.
«Απü εδþ αρχßζει η περιοχÞ των Πυγμαßων. Δεν επιτρÝπεται να σταματÞσουμε παρÜ στην πλατεßα του χωριοý. Και, παρακαλþ, κατεβÜστε την κÜμερα. Αργüτερα.»
Στην κεντρικÞ πλατεßα των Πυγμαßων
Δεν προσπαθοýμε να εξηγÞσουμε τοýτο το παρÜδοξο και αρκοýμαστε να ανταποδßνουμε τον χαροýμενο χαιρετισμü των ημßγυμνων παιδιþν, που παρατÜνε το παιχνßδι και τρÝχουν προς το αυτοκßνητο, Þ την καταδεκτικÞ κßνηση του κεφαλιοý των μεγÜλων που βαδßζουν σοβαροß κι αμßλητοι.
Και φτÜνουμε στην πλατεßα. ΔηλαδÞ Ýνα ξÝφωτο με τρεις-τÝσσερις λασποκαλýβες γýρω-γýρω και καμιÜ δεκαριÜ γαβριÜδες, σε πλÞρη ξυποληταρßα, να κυνηγÜνε μια δερμÜτινη πατσαβοýρα και να παριστÜνουν τους ποδοσφαιριστÝς μÝσα στα χωμÜτινα βροχüνερα. Η Üφιξη των επισκεπτþν σταματÜει την κλωτσοπατινÜδα και οδηγεß τους παßκτες προς το φορτηγü. Φροντßζουν, πÜντως, πρþτα να πλυθοýν παßρνοντας με τα χÝρια νερü απü τις λÜσπινες λακκοýβες και καταβρÝχοντας μ' αυτü τα κορμÜκια τους!

¸ρχονται κοντÜ μας αμßλητα, αλλÜ χαμογελαστÜ κι αμÝσως μας προσφÝρουν δþρα: Ýνα γκρÝιπ-φρουτ και Ýνα μοσχομυριστü φýλλο απü κÜποιο Üγνωστü μας τροπικü φυτü. ΣτÝκουμε αμÞχανα μπροστÜ τους, μα ευτυχþς τα βλÝμματÜ τους στρÝφονται πßσω μας σε Ýνδειξη üτι κÜτι συμβαßνει. ΠρÜγματι, ανÜμεσα απü τα δÝντρα εμφανßζεται μικρüσωμη γυναικεßα μορφÞ: ανυπüδητη, με χüρτινη φοýστα να τη σκεπÜζει απü τη μÝση και κÜτω και με ακÜλυπτο τον κορμü. ¾ψος γýρω στο Ýνα και σαρÜντα και ηλικßα απροσδιüριστη, καθþς τα γκρßζα μαλλιÜ και οι ρυτßδες του προσþπου δεν δÝνουν οýτε με τη σφριγηλüτητα του γυμνοý στÞθους οýτε με την ευκινησßα του σþματος οýτε με την κατÜλευκη οδοντοστοιχßα.
ΠλησιÜζει και χαμογελÜει πλατιÜ. Με χειρονομßες δεßχνει üτι δÝχεται να φωτογραφηθεß και, πÜλι με χειρονομßες, μας προσκαλεß σε μια απ' τις καλýβες· στο σπßτι της. Στην εßσοδο την υποδÝχονται δυο αδýναμα γατÜκια κι αυτÞ τα χαúδεýει με λατρεßα. Τα μÜτια μας αργοýν να συνηθßσουν το σκοτÜδι και να περιφερθοýν στον χþρο: στις κουρελοýδες που χρησιμεýουν για στρþματα κατÜχαμα, στη γωνιÜ üπου μισοαχνßζει μια χýτρα, στις üρνιθες που αλωνßζουν ανενüχλητες. Ακολουθοýμε τη γυναßκα μÝχρι την Ýξοδο, στην Üλλη Üκρη, üπου η χαρÜ της ζωγραφßζεται ολÜκερη, καθþς ξεσκεπÜζει τÝσσερα κουταβÜκια που θηλÜζουν. Τα επιδεικνýει με περηφÜνια, ζητÜει να τη φωτογραφßσουμε μαζß τους και, μετÜ, μας συνοδεýει μÝχρι το αυτοκßνητο. Εßναι ευτυχισμÝνη.
Στην παραπÝρα καλýβα, Ýνα ξýλινο κουτß θυμßζει üτι κÜθε δωρεÜ εßναι ευπρüσδεκτη. ¼μως κανεßς, οýτε η γυναßκα οýτε τα παιδιÜ οýτε ο Üντρας που ξεμýτισε πιο κÜτω Ýκαναν οποιαδÞποτε κßνηση για να μας υποδεßξουν την ýπαρξÞ του.
Νοτιüτερα, στο μικροσκοπικü νησß με το üνομα «ΤÜννα», δεν βρÝχει. Η βλÜστηση, ωστüσο, και η κατÜσταση του οδικοý δικτýου οýτε εδþ διευκολýνουν ιδιαßτερα την πρüσβαση προς το τοπικü αξιοθÝατο: το ενεργü ηφαßστειο Γιασοýρ. Η διαφορÜ εßναι πως η θερμοκρασßα επιτρÝπει τη διαδρομÞ σε ανοιχτü τζιπ και, Ýτσι, οι μυρωδιÝς του δÜσους που ευωδιÜζουν την ατμüσφαιρα μÜς δημιουργοýν μιαν ευχÜριστη προσδοκßα. Ο Þλιος δεν Ýχει δýσει ακüμα, αλλÜ τα πυκνÜ δÝντρα αφÞνουν επιλεκτικÜ μüνο τις ακτßνες του να τα διαπερνοýν.
ΑυτÜ, μÝχρις ενüς ορισμÝνου σημεßου, γιατß οι συνθÞκες αλλÜζουν ριζικÜ. Απü τη μια, η βλÜστηση ελαττþνεται κι απü την Üλλη, ο αÝρας βαραßνει. Μυρßζει Ýντονα θειÜφι και η γκρßζα σκüνη, που μειþνει την ορατüτητα του οδηγοý, πονÜει στα μÜτια και μας αναγκÜζει να κλειστοýμε στο εσωτερικü του τζιπ.
Μικρüς ανÞφορος και νÝα μεταβολÞ. ΔÝντρα δεν υπÜρχουν πια, ο κüκκινος φωτοδüτης δßσκος διακρßνεται καθαρÜ στο βÜθος αλλÜ, πολý κοντýτερα και πολý καθαρüτερα, σχηματßζεται ο üγκος του ηφαιστεßου, με τον σκοýρο καπνü του να αναδýεται απειλητικÜ.

«Εκεß που κατευθυνüμαστε τþρα, κατεβαßνοντας, υπÞρχε λßμνη. Τα ανοßγματα, üμως, που δημιοýργησε το Γιασοýρ την εξαφÜνισαν. Και η στÜχτη του κÜλυψε üλη την περιοχÞ. ΒλÝπετε πþς φαßνονται τα ßχνη απü τις ρüδες;»
«ΒλÝπουμε. ΑλλÜ αν βρÝξει ξαφνικÜ, τι γßνεται;»
«Θα δυσκολÝψουν τα πρÜγματα. Στη χειρüτερη περßπτωση, θα διανυκτερεýσουμε στο αυτοκßνητο.»
ΠροτιμÜμε να παραβλÝψουμε την... καθησυχαστικÞ αυτÞ παρατÞρηση και συνεχßζουμε να Ýχουμε στραμμÝνα τα μÜτια στο Γιασοýρ.
«Το επßπεδο δραστηριüτητÜς του σÞμερα εßναι τρßα. Γι' αυτü και μποροýμε να πλησιÜσουμε περισσüτερο. Αλλιþς θα Þμασταν αναγκασμÝνοι να σταθοýμε εδþ.»
Η σταχτολßμνη τελειþνει, το τζιπ στρßβει απü την πßσω μεριÜ του βουνοý, η βλÜστηση πυκνþνει πÜλι και ο δρüμος γßνεται απüτομα ανηφορικüς και ανυπüφορα ενοχλητικüς. Ευτυχþς, αυτÞ η κατÜσταση δεν διαρκεß πολý. ΝÝο ξÝφωτο και παρκÜρισμα.
Σε απüσταση μικρüτερη των πεντακοσßων μÝτρων εμπρüς μας, το ηφαßστειο καπνßζει και βροντÜει. ΚÜθε βροντÞ και σωρüς απü καυτÝς πÝτρες εκτοξεýονται στα ýψη, κÜθε Ýκρηξη και ο ορßζοντας βÜφεται κüκκινος· üχι απü τα χρþματα της δýσης τοýτη τη φορÜ, αλλÜ απü τη λÜβα των σωθικþν του πλανÞτη μας.
Ανεβαßνουμε, περπατþντας με κüπο πÜνω σε στÜχτες, μÝχρι το κοντινüτερο επιτρεπτü σημεßο, περßπου διακüσια μÝτρα απü το χεßλος του κρατÞρα.
«Αν τυχüν δεßτε να Ýρχονται πÝτρες κατÜ 'δω, μην αρχßσετε να τρÝχετε. ΚοιτÜξτε πÜνω, παρακολουθεßστε την πορεßα τους και ανÜλογα καλυφθεßτε!»
Το ýφος του οδηγοý εßναι Þρεμο, σε απüλυτη αντßθεση προς τη δικÞ μας εσωτερικÞ αντßδραση. Καθüμαστε Þ ξαπλþνουμε στο ζεστü Ýδαφος, παρακολουθοýμε απορημÝνοι τους ατμοýς απü κÜτι βρÜχια δßπλα μας, ευχüμαστε να μην αλλÜξει η φορÜ του ανÝμου και περιμÝνουμε τη δýση του Þλιου. Το φαινüμενο εξελßσσεται, λÝει, σε φαντασμαγορικü μüλις σκοτεινιÜσει.
Η πληροφορßα αποδεικνýεται σωστÞ. Τι θÝαμα, ΘεÝ μου!

Σε üχι και τüσο αραιÜ διαστÞματα, καθþς κινεßται η γη απü κÜτω μας, διαφορετικÞς Ýντασης εκρÞξεις στÝλνουν βροχÞ τα κüκκινα ρουμπßνια τα οποßα, αφοý διαγρÜψουν κατακüρυφη μüνο πορεßα, επιστρÝφουν στον κρατÞρα τους Þ σε μικρÞ απüσταση γýρω του. Τα σýννεφα απü τα προηγοýμενα ξεσπÜσματα παßρνουν το χρþμα της λÜβας και τα φυσικÜ πυροτεχνÞματα καταυγÜζουν το σκοτÜδι. ΓÞινο φως τινÜζεται προς τον ουρανü. Μαγεßα!
Η Ýκφραση «με κομμÝνη την ανÜσα» δεν μπορεß να βρει πιο κατÜλληλη χρÞση. ΑποσβολωμÝνοι οι θνητοß, αφουγκραζüμαστε τη θεúκÞ ομιλßα.
«Ο απτüμενος των ορÝων και καπνßζονται... |