ΕΙΡΗΝΙΚΟΣ - ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΖΩΗ

«Μýθοι απü τον Ειρηνικü, συναφεßς με τις μυθολογικÝς μας φαντασιþσεις και με νησιþτικες παραδüσεις, με λαúκÝς δοξασßες μας και με παραδοχÝς θρησκευτικÝς...»

¼σο κι αν οι συγκοινωνßες Ýχουν τεχνολογικÜ εξελιχθεß, üσο χρονικÜ εκμηδενισμÝνες κι αν εßναι πια οι αποστÜσεις, αυτüς ο ελÜχιστος μÝσα στο σýμπαν πλανÞτης, η γη μας, δεν παýει να εßναι μεγÜλος. Δεν παýει να φαßνεται τερÜστιος στα μÜτια μας· τα μÜτια των πνευματικÜ θαυματουργþν μεν, αλλÜ σωματικÜ μικροσκοπικþν σε σχÝση με τον κüσμο, ανθρþπων.
¸τσι, το Üκουσμα του ταξιδιοý στα νησιÜ Κουκ του Νüτιου Ειρηνικοý, δηλαδÞ σε γεωγραφικü σημεßο της γÞινης σφαßρας, σχεδüν διαμετρικÜ αντßθετο απü την ΕλλÜδα και με δþδεκα þρες διαφορÜ, προξενεß απορßα, κατÜπληξη, ακüμα και ειρωνικÜ ερωτÞματα, σχετικÜ με τη διανοητικÞ κατÜσταση του ταξιδιþτη. Απüλυτα κατανοητÜ και εξηγÞσιμα αυτÜ.
¼μως, σα φτÜσει κÜποιος εκεß πÝρα, στην Üκρη του κüσμου, διαπιστþνει πως, τελικÜ, «üλος ο κüσμος, εßναι Ýνα χωριü», üπως λÝει Ýνα ιταλικü γνωμικü. Γιατß, συναντÜει ανθρþπινες αντιδρÜσεις, γνωρßζει συνÞθειες και ακοýει ιστορßες, που θυμßζουν αντßστοιχες ελληνικÝς. Μπορεß το χρþμα του δÝρματος να διαφÝρει, η γλþσσα να ηχεß τελεßως ξÝνη, το επßπεδο του πολιτισμοý και της διαβßωσης να εßναι δýσκολα συγκρßσιμα, αλλÜ τα σημεßα επαφÞς, δεν εßναι λßγα.
Ας πιÜσουμε δυο θρýλους, που διηγοýνται αυτοß οι ειρηνικοß νησιþτες.

Ο θρýλος του ΟυριτÜουα
ΚÜθε λαüς Ýχει τους ÜρχοντÝς του. Και κÜθε Üρχοντας, φÝρει τον τßτλο του. «ΟυριτÜουα», λοιπüν, Þταν ο τßτλος που Ýφερε κÜποτε ο αρχηγüς μιας φυλÞς στο νησß Ραροτüνγκα, το οποßο βρßσκεται σε απüσταση τεσσÜρων ωρþν αεροπορικÞς διαδρομÞς, ανατολικÜ της ΝÝας Ζηλανδßας.
Μια φορÜ κι Ýναν καιρü, ο ΟυριτÜουα δεν Ýδειχνε διÜθεση να βρει γυναßκα, αν και εßχε πια φτÜσει σε ηλικßα γÜμου. ΑνÞσυχοι οι υπÞκοοß του για την Ýλλειψη διαδüχου και την ενδεχüμενη διακοπÞ της κληρονομικÞς γραμμÞς, τον παρüτρυναν να ξεκινÜει κÜθε μÝρα, πριν απü την ανατολÞ του Þλιου για να βρει ταßρι. Η παρÜδοση Þταν σαφÞς: ο Üντρας βρßσκει την τÝλεια σýζυγο, τη στιγμÞ που τη λοýζει και της δßνει την ευλογßα της η πρþτη ηλιαχτßδα.
ΠολλÝς και üμορφες κοπÝλες συνÜντησε ο ΟυριτÜουα στις πρωινÝς περιπλανÞσεις του. ΚαμιÜ, ωστüσο, δεν τον συγκßνησε. ¿σπου, μια μÝρα, βρÝθηκε στο δρüμο του η Πο-Οýνα· μια νερÜιδα που τον εßχε δει στο δÜσος και τον εßχε ερωτευτεß. ΠÞρε ανθρþπινη μορφÞ, σταρÜτο δÝρμα και μαλλιÜ φλογÜτα, φüρεσε λευκü παρεü και αχιβαδÝνιο βραχιüλι και του παρουσιÜστηκε. Τα μÜτια της, με το απüκοσμα φωτεινü βλÝμμα τους, μÜγεψαν το παλικÜρι. ΦυσικÜ, την αγÜπησε και την πÞρε γυναßκα του.
Ζοýσε ευτυχισμÝνος και δε συμμερßστηκε την επιφυλακτικÞ στÜση των υπολοßπων, που αρχικÜ αποροýσαν καθþς Ýβλεπαν πüσο κλεισμÝνη στον εαυτü της Þταν η Üγνωστη, πþς τα κατÜφερνε üλα μüνη και πüσο ωριμüτερα συμπεριφερüταν σε σχÝση με την ηλικßα της.
ΥποψιÜστηκε κÜτι περßεργο, μüνο üταν συνειδητοποßησε üτι η γυναßκα του φαινüταν εντελþς ξεκοýραστη κÜθε βρÜδυ, παρÜ την κοπιαστικÞ ετοιμασßα του φαγητοý και üτι αυτüς Ýπεφτε σε βαθý ýπνο, αμÝσως μετÜ τη δýση του Þλιου. Εκεßνη, περßμενε να τελειþσει το φαγητü του και δεν Ýτρωγε, μÝχρι που Ýκλειναν τα βλÝφαρÜ του. ΑποφÜσισε, λοιπüν, να κρυφτεß για να παρακολουθÞσει τι γινüταν κατÜ τη διÜρκεια της ημερÞσιας απουσßας του.

ΑνÝβηκε σ' Ýνα δÝντρο και εßδε την Πο-Οýνα να τεντþνει τα χÝρια της δεξιÜ κι αριστερÜ, κουνþντας τα, σα να προσπαθοýσε να φÝρει κÜτι κοντÜ της και τραγουδþντας. ΠρÜγματι, ζþα και φυτÜ, Üρχισαν να αιωροýνται στον αÝρα, την πλησßασαν, αυτÞ Üγγιξε üσα της χρειÜζονταν για το φαγητü και πÞρε να το ετοιμÜζει! Απüτομα, üμως, σταμÜτησε και κοßταξε προς την κρυψþνα του ΟυριτÜουα. Τον εßχε δει.
ΚατÝβηκε και στÜθηκε αμßλητος. Η γυναßκα, του εßπε üτι πÜει στην πηγÞ για νερü και να την περιμÝνει· μα αυτüς την ακολοýθησε. Εκεßνη, βÜλθηκε να τρÝχει, καθþς δÜκρυα Ýτρεχαν απ' τα μÜτια της. ¼σο ταχýς κι αν Þταν ο Üντρας, δεν κατüρθωνε να τη φτÜσει, οýτε ν' ανÝβει τα τραχιÜ βρÜχια που η Πο-Οýνα σκαρφÜλωνε με ρυθμü υπερκüσμιο. Στην Üκρη του νησιοý σταμÜτησε, με μια κßνηση του χεριοý τον τρÜβηξε δßπλα της και του χαμογÝλασε με πßκρα.
«Τþρα, πρÝπει να επιστρÝψω.»
«Ποια εßσαι;»
«¹ρθα για να μεßνω κοντÜ σου. Δεν ανÞκω σ' αυτüν τον κüσμο. Φεýγω, αλλÜ δε θα πÜψω να σ' αγαπþ. Κι üταν εßσαι Ýτοιμος, θα γυρßσω.»
Εßπε και στρÜφηκε προς τη θÜλασσα. Μεταμορφþθηκε σε καταπρÜσινη σαýρα του δÜσους, τον κοßταξε για τελευταßα φορÜ με τα ßδια λαμπερÜ μÜτια και χÜθηκε στον ωκεανü. Προς τη μεριÜ της δýσης.
ΠÝρασε καιρüς, ο ΟυριτÜουα ξαναπαντρεýτηκε και Ýκανε πολλοýς απογüνους. ¼ταν πÝθανε, γÝρος πια, λÝνε πως εßδαν κÜποιον στην ακτÞ που του Ýμοιαζε στα νιÜτα του· πως τον συνÜντησε μια γυναßκα με σταρÜτο δÝρμα και μαλλιÜ φλογÜτα, με λευκü παρεü και αχιβαδÝνιο βραχιüλι· και πως οι δυο, χÜθηκαν αγκαλιασμÝνοι στον ωκεανü, προς τη μεριÜ της δýσης.

Ο μýθος του ΠαúκÝα
Δεν Þταν αυτü το πραγματικü üνομα του παλικαριοý, που ζοýσε ευτυχισμÝνο με την αγαπημÝνη του γυναßκα, ψαρεýοντας στα ανοιχτÜ, πετυχαßνοντας καλÝς ψαριÝς και μοιρÜζοντας ü,τι Ýπιανε με τους Üλλους συγχωριανοýς του. Τον φþναζαν, üμως, Ýτσι, γιατß Ýτρεχε πÜνω στα κοραλλÝνια βρÜχια, üπως το καβοýρι με το ßδιο üνομα.
Η γυναßκα, φρüντιζε την καλýβα τους, ετοßμαζε τα δολþματα, τον βοηθοýσε να ρßξει την πιρüγα του στη θÜλασσα και να βγÜλει απü μÝσα τα βρÜδια, το προúüν της δουλειÜς του. ¼λο το χωριü το αγαποýσε το ζευγÜρι και üλα πÞγαιναν κατ' ευχÞν, μÝχρι μια μÝρα...
Ο ΠαúκÝα, βγÞκε στ' ανοιχτÜ, ψÜρεψε ως το απüγευμα σε Þρεμα νερÜ, μα ο καιρüς εßχε τις δικÝς του παραξενιÝς. Γýρισε σε τροπικÞ καταιγßδα, καταρρακτþδης βροχÞ και βουεροß Üνεμοι, κουνοýσαν το μικρü πλεοýμενο σαν καρυδüτσουφλο. Η ΚÝα, η γυναßκα του, παρακολουθοýσε απü την ακτÞ γεμÜτη αγωνßα, Ýως üτου, εßδε τον Üντρα της να εξαφανßζεται.
Δεν εßχε φτÜσει, üμως, το τÝλος του ΠαúκÝα. Εξαφανßστηκε μεν, αλλÜ üχι στο βυθü· τα ρεýματα τον παρÝσυραν σε μακρινü, Üγριο νησß και τον Ýριξαν αναßσθητο στην Üμμο, σαν «πληγωμÝνο αετü».
Τον βρÞκαν οι ιθαγενεßς, τον πÞραν για εχθρü και κßνησαν να τον αποτελειþσουν, σýμφωνα με τις τüτε συνÞθειÝς τους. Ευτυχþς, για τον καταδικασμÝνο, ωστüσο, την þρα που το καζÜνι Ýβραζε και οι πολεμικοß χοροß εßχαν ανÜψει, ακοýστηκε βροντερÞ η φωνÞ του σεβÜσμιου μÜγου της φυλÞς.
«ΑφÞστε τον να ζÞσει. Εßναι το θÝλημα των θεþν μας!»

ΒαριÜ η καρδιÜ των ιθαγενþν στο παραπÜνω Üκουσμα, μα απαρÜβατες οι θεúκÝς προσταγÝς. ΛευτÝρωσαν τον ΠαúκÝα, τον φüρτωσαν στην πιρüγα του και τον ξÜνοιξαν στα βαθιÜ.
ΠÝρασαν μÝρες και μÝρες. Τα κýματα, Ýσπρωξαν τη βÜρκα στην Ραροτüνγκα, απü εκεß σε Üλλο νησß, σε Üλλο, σε Üλλο... Κι üταν κÜπου βρÝθηκε ξανÜ ανÜμεσα σε ειρηνικοýς ανθρþπους, ο ναυαγüς, ρßζωσε, Ýγινε Ýνα μαζß τους, Ýκανε οικογÝνεια.
Πßσω στον τüπο του, η πρþτη αγαπημÝνη του, εßχε ξεμεßνει στην ακτÞ. ¸κλαψε, σπÜραξε, τον θρÞνησε πικρÜ κι Ýσβησε εκεß, πιστÞ στον Üντρα που πßστευε οριστικÜ χαμÝνο.
(Τον Üντρα, που, σýμφωνα με μιαν Üλλη εκδοχÞ του θρýλου, Ýσωσε απü την καταιγßδα Ýνα ψÜρι, μια φÜλαινα, που του Ýστειλαν για βοÞθεια οι θεοß, εισακοýγοντας τις προσευχÝς του).

Δυο θρýλοι, τους οποßους διηγοýνται ακüμα και σÞμερα οι γονεßς στα παιδιÜ τους, στα νησιÜ Κουκ στον Ειρηνικü. Δυο μýθοι, που, αν τους μεταφÝρει ο αναγνþστης στα δικÜ μας, μοιÜζουν σα να Ýχουν κοινÜ σημεßα. ΕντÜξει, üχι ατüφια Þ απαρÜλλαχτα, αλλÜ, πÜντως, συναφÞ: με μυθολογικÝς μας φαντασιþσεις και με νησιþτικες παραδüσεις, με δοξασßες μας λαúκÝς και με παραδοχÝς θρησκευτικÝς.

Στην Üλλη μεριÜ της υφηλßου, σε γεωγραφικü σημεßο της γÞινης σφαßρας, σχεδüν διαμετρικÜ αντßθετο απü την ΕλλÜδα και με δþδεκα þρες διαφορÜ, επιβεβαιþνεται το ιταλικü γνωμικü, γιατß, τελικÜ, ο κüσμος üλος, εßναι Ýνα χωριü...
|