«ΒαλχÜλλα, ο ουρÜνιος παρÜδεισος της γερμανικÞς μυθολογßας, ο τüπος ανÜπαυσης των ηρþων που Ýπεσαν σε μÜχες και μεταφÝρθηκαν εκεß απü τις θυγατÝρες του Βüταν, τις Βαλκυρßες, ο χλοερüς τüπος της αθανασßας. ΒαλχÜλλα, το ανÜκτορο των θεþν, üπως το ζωγρÜφισε αργüτερα με μοναδικÝς μουσικÝς πινελιÝς, ο ΒÜγκνερ στην τετραλογßα του».

«Η ΒαλχÜλλα, εßναι μεν Ýνας περßπτερος ναüς, με οκτþ κßονες στην πρüσοψη και στην πßσω πλευρÜ και δεκαεφτÜ κßονες στα πλÜγια η κατασκευÞ τους, üμως, στερεßται την αÝρινη πλαστικüτητα των κιüνων του Παρθενþνος».

ΜÝσα στον κρýο γερμανικü ΔεκÝμβρη του 1807, την εποχÞ που οι στρατιÝς του ΝαπολÝοντος ΒοναπÜρτη Üπλωναν τη σκληρÞ κυριαρχßα τους στην Ευρþπη, ο εικοσÜχρονος και ονειροπüλος διÜδοχος του θρüνου της Βαυαρßας Λουδοβßκος, χριστιανüς και ελληνολÜτρης, αναζητοýσε με πÜθος κÜτι το ξεχωριστü. Με αρκετÞ φαντασßα, θα μποροýσαμε να ισχυριστοýμε üτι ονειρευüταν: üχι τα συνηθισμÝνα χριστουγεννιÜτικα αγγελοýδια, Αη-Βασßληδες και δþρα. Στον ýπνο του Ýβλεπε μυθολογικοýς θεοýς, ¸λληνες και Γερμανοýς, Ýβλεπε το Δßα να συζητÜει με τον ομüλογü του Βüταν, συντροφιÜ με τις συζýγους τους ¹ρα και Φρßκα, καθþς προσπαθοýσαν να βρουν τρüπο να ηρεμÞσει κÜποτε αυτüς ο κüσμος, να πÜψει να σκοτþνεται για πολιτικοýς, θρησκευτικοýς Þ Üλλους λüγους. ΦυσικÜ, ο ¢ρης και ο Ντüνερ, οι αντßστοιχοι πολεμοχαρεßς θεοß, διαφωνοýσαν, üμως, ο νεαρüς πρßγκιπας, εßχε αυτιÜ μüνο για τα ειρηνüφιλα επιχειρÞματα. Και, στηριζüμενος στα üνειρÜ του, αποφÜσισε να προχωρÞσει σε Ýνα ρηξικÝλευθο εγχεßρημα: να ανεγεßρει μνημεßο που, αφενüς μεν, να φωτßζει το Ýργο μεγÜλων μορφþν του ευρýτερου γερμανικοý Ýθνους, υπογραμμßζοντας την ανÜγκη απüτισης τιμþν σε σπουδαßες φυσιογνωμßες του, αφετÝρου δε, να οδηγεß σε εθνικÞ υπÝρβαση και να παραπÝμπει σε γενικüτερες, υπερεθνικÝς αξßες. Ο ιδεατüς θεμÝλιος λßθος της ΒαλχÜλλα εßχε τεθεß.

Τα μεγαλεπÞβολα σχÝδια, ωστüσο, προκειμÝνου να διαβοýν το κατþφλι που χωρßζει τη δημιουργικÞ φαντασßα απü την απτÞ πραγματικüτητα, χρειÜζονται οικονομικÜ μÝσα. ΑυτÜ, δεν τα διÝθετε ο Λουδοβßκος, αν και διÜδοχος αξιüλογου θρüνου. Δε δßστασε, üμως, να προχωρÞσει üσο περνοýσε απü το χÝρι του: με δικÜ του χρÞματα, ανÝθεσε σε ικανοýς γλýπτες να σμιλÝψουν τις πρþτες προτομÝς, που θα Ýβρισκαν αργüτερα τη θÝση τους στο εσωτερικü του μνημεßου. ΠαρÜδοξο, πρωθýστερο σχÞμα, μα ποια σημασßα μπορεß να Ýχει κÜτι τÝτοιο;
¸τσι, üταν το 1825 πÞρε τα ηνßα της Βαυαρßας ως βασιλιÜς, Þσαν Þδη Ýτοιμες οι μορφÝς Ýνδοξων τÝκνων του γερμανικοý Ýθνους: ανÜμεσÜ τους συγκαταλÝγονταν πολιτικοß (ο Φρειδερßκος ο ΜÝγας, η Μαρßα-Θηρεσßα), ποιητÝς (ο Γκαßτε, ο Σßλερ), μουσικοß (ο Γκλουκ, ο ΧÜιντν), στοχαστÝς και φιλüσοφοι (ο ΛÜιμπνιτς, ο Καντ).
Το üνομα του μνημεßου, εßχε Þδη βρεθεß επßσης προ πολλοý: ΒαλχÜλλα, ο ουρÜνιος παρÜδεισος της γερμανικÞς μυθολογßας, ο τüπος ανÜπαυσης των ηρþων που Ýπεσαν σε μÜχες και μεταφÝρθηκαν εκεß απü τις θυγατÝρες του Βüταν, τις Βαλκυρßες, ο χλοερüς τüπος της αθανασßας. ΒαλχÜλλα, το ανÜκτορο των θεþν, üπως το ζωγρÜφισε αργüτερα με μοναδικÝς μουσικÝς πινελιÝς, ο ΒÜγκνερ στην τετραλογßα του.
Τþρα, Ýμενε να ανεγερθεß το οικοδüμημα. ¸ργο, το οποßο ανÝλαβε να διεκπεραιþσει ο αρχιτÝκτων ΛÝο φον ΚλÝντσε. ΣκÝψεις και ιδÝες γýρω απü τη μορφÞ του μνημεßου, εßχαν ανταλλÜξει οι δυο Üνδρες Þδη απü το 1821! Με βÜση την εν λüγω χρονολογßα, λοιπüν, δε φαßνεται να ξενßζει η τελικÞ επιλογÞ: «η ΒαλχÜλλα, θα χτιζüταν στο πρüτυπο του Παρθενþνα και της Ακρüπολης της ΑθÞνας».

«¼μορφα! Και σε ποιο σημεßο θα την ανεγεßρουμε;» ρþτησε ο δημιουργüς.
«Μα προφανþς στη Βαυαρßα!» αποκρßθηκε ο ηγεμüνας.
«Στην πρωτεýουσα; Το Μüναχο; ¼πως στην αρχαßα ΑθÞνα;»
«Καθüλου. ΦευγÜτο απü τη βουÞ της πüλης, στην εξοχÞ. Στην πλαγιÜ ενüς λüφου κι üχι στην κορυφÞ του, þστε να μη μοιÜζει απομονωμÝνο το μνημεßο. Δßπλα στο ποτÜμι μας, το Δοýναβη, για να ακολουθοýν οι τιμþμενες ψυχÝς τον αÝναο ρου του και αÝναα να διακινεßται η δüξα απü το επßγειο πÝρασμÜ τους.»
Το üνειρο το Λουδοβßκου, πατÝρα του πρþτου βασιλιÜ του ελεýθερου ελληνικοý κρÜτους ¼θωνος, θεμελιþθηκε το 1830 και ολοκληρþθηκε δþδεκα χρüνια αργüτερα, το 1842.
Δυο αιþνες Ýχουν τρÝξει απü εκεßνες τις ονειροφαντασιÝς. Το αυτοκßνητο του σημερινοý επισκÝπτη, διασχßζει τους επαρχιακοýς δρüμους της Βαυαρßας, πλησιÜζοντας απü το νüτο προς την πüλη ΡÝγκενσμπουργκ. ΗμÝρα ηλιüλουστη κι ατμüσφαιρα διαυγÞς.

«ΒλÝπεις ü,τι βλÝπω; ¹ εßναι αντικατοπτρισμüς;»
Η ερþτηση, περιττÞ και αγεωγρÜφητη, επÝχει μÜλλον θÝση Ýκφρασης ανυπüκριτου θαυμασμοý. Γιατß, απü χιλιüμετρα μακριÜ, αχνοφαßνεται σαν κουκßδα κατÜλευκη μÝσα στο πρÜσινο δÜσος η ΒαλχÜλλα. Και üσο πλησιÜζεις, καλü εßναι να μη σε παρασýρει, σα ΣειρÞνα, η ομορφιÜ του τοπßου, γιατß ο δρüμος, αν και Üψογα χαραγμÝνος, Ýχει πολλÝς στροφÝς. ΥπομονÞ, þσπου να διανýσεις την απüσταση και να βρεθεßς στο μνημεßο.
Η πρþτη εντýπωση, εßναι üτι στÝκεις αντιμÝτωπος με Ýναν αρχαßο ελληνικü ναü, που δεν Ýχει υποστεß τη φθορÜ του χρüνου. Δεν πρüκειται βÝβαια για ακριβÝς αντßγραφο του Παρθενþνα. Οýτε θα Þταν Üλλωστε εφικτü τÝτοιο επßτευγμα: ακüμα κι üταν λÜμπει ο Þλιος στην περιοχÞ, εßναι αδýνατον να χαρßσει το απαλü φως της ΑττικÞς· ακüμα κι üταν ατενßζει ο επισκÝπτης το μνημεßο με φüντο το «γαλÜζιο Δοýναβη», εßναι αδýνατον να προσεγγßσει το βλÝμμα την οπτικÞ αγαλλßαση που δοκιμÜζει, üταν θαυμÜζει το ναü της ΑθηνÜς με φüντο το Σαρωνικü.
ΑλλÜ οι διαφορÝς, δεν περιορßζονται στον ψυχολογικü τομÝα. Η ΒαλχÜλλα, εßναι μεν Ýνας περßπτερος ναüς, με οκτþ κßονες στην πρüσοψη και στην πßσω πλευρÜ και δεκαεφτÜ κßονες στα πλÜγια (üλους σε δωρικü ρυθμü), η κατασκευÞ τους, üμως, στερεßται την αÝρινη πλαστικüτητα των κιüνων του Παρθενþνος. Η βÜση του ναοý, δε βρßσκεται στο κÝντρο του üλου κτßσματος, με εξωτερικÜ δε ανÜγλυφα, κοσμοýνται μüνο τα δýο αετþματα, ενþ δεν υπÜρχουν γλυπτÜ στις μετþπες Þ στη ζωφüρο. ΦυσικÜ, δεν μποροýσαν να εßναι ελληνικÜ, οýτε τα θÝματα των παραστÜσεων: στο νüτιο αÝτωμα, εικονßζεται Ýνθρονη η Γερμανßα, περιστοιχιζüμενη απü τις απελευθερωμÝνες πüλεις της, και στο βüρειο, δοξÜζεται η νßκη του Τεýτονος ΧÝρμαν, επß των Ρωμαßων εισβολÝων (κατÜ προφανÞ παραπομπÞ στις ναπολεüντειες επιδρομÝς).

ΠρÝπει, εξÜλλου, να μην παραβλεφθεß η διαφορετικÞ κατασκευÞ του υπüβαθρου του οικοδομÞματος και να επισημανθεß, ιδßως η διαφορετικüτητα του εσωτερικοý του μνημεßου, το οποßο μοιÜζει με χριστιανικü ναü. Εννοεßται πως, στη θÝση των αγγÝλων, στÝκονται Βαλκυρßες· στη θÝση της αναπαρÜστασης στιγμþν του βßου του Ιησοý, η ανÜγλυφη ιστüρηση της γÝνεσης του γερμανικοý Ýθνους, και, αντß εικüνων Þ αγαλμÜτων αγßων, οι προτομÝς των Ýνδοξων τÝκνων του.
Τιμþνται (εκτüς των προαναφερθÝντων και, μεταξý Üλλων,) ο Μπαχ, ο Μüτσαρτ και ο Μπετüβεν, ο ΚοπÝρνικος, ο ΠαρÜκελσος και ο ΚÝπλερ, ο Ντýρερ, ο Ροýμπενς και ο Βαν ΝτÜικ, ο ¸ρασμος και ο Γκρüτιους, ο Λοýθηρος. Και, απü την πιο πρüσφατη εποχÞ, η επιστημονικÞ φυσιογνωμßα του ΑúνστÜιν, ο εκ των πατÝρων της ευρωπαúκÞς ενοποßησης ΑντενÜουερ, η νεαρÞ ηρωßδα της αντßστασης κατÜ του ναζισμοý Σοφßα Σολ.
Η ενδεικτικÞ αυτÞ απαρßθμηση, υπογραμμßζει και μιαν ακüμη διÜσταση του μνημεßου. Δεν περιλαμβÜνονται κατ' αποκλειστικüτητα πρüσωπα με γερμανικÞ εθνικüτητα και με τα γερμανικÜ ως μητρικÞ γλþσσα, αλλÜ και Üλλοι (π.χ. Ελβετοß, Ολλανδοß, Φλαμανδοß) οι οποßοι μιλοýσαν γλþσσα, που εßχε απλþς ρßζες γερμανικÝς μα, κυρßως, ανÞκαν σε κοινüτητα πολιτισμοý. ¸τσι, νοÞθηκε στην ΒαλχÜλλα η «γερμανικÞ πατρßδα».

ΠροκειμÝνου δε να υπογραμμιστεß εντονüτερα η πολιτιστικÞ και φιλειρηνικÞ διÜσταση, οι τελευταßοι στρατηλÜτες που η προτομÞ τους περιÝχεται στο μνημεßο, Þσαν ο καγκελÜριος Βßσμαρκ και ο στρατηγüς του, ο Φον Μüλτκε. Η εισδοχÞ τους στο γερμανικü ΠÜνθεον (διαδικασßα που απαιτεß την παρÝλευση τουλÜχιστον εßκοσι ετþν απü τον θÜνατο του υποψÞφιου), πραγματοποιÞθηκε το 1908 και το 1910 αντßστοιχα. Οι πρωταγωνιστÝς των δυο παγκüσμιων πολÝμων που ακολοýθησαν, καλü εßναι να καλυφθοýν με απüλυτη λÞθη.
Ο Λουδοβßκος της Βαυαρßας, Ýδωσε, λοιπüν, σÜρκα και οστÜ στο üνειρü του. Ο μονÜρχης που -σýμφωνα με τα λüγια του Γκαßτε- ανýψωσε, «παρÜλληλα με τη βασιλικÞ μεγαλειüτητα, και την Ýμφυτη ανθρþπινη φýση του», πρüσφερε Ýνα παρÜδειγμα πανανθρþπινης ενüρασης, με αξßες και ιδανικÜ, μακριÜ απü πολιτικÝς, φυλετικÝς Þ θρησκευτικÝς τριβÝς. Τßμησε το γερμανικü πνεýμα, εντÜσσοντÜς το σε αρχαßο ελληνικü πλαßσιο και τοποθετþντας το σε σημεßο που να κατευθýνει τη ματιÜ προς την ανατολÞ, προς τις εκβολÝς του ποταμοý Δοýναβη στον Εýξεινο Πüντο, προς την Ασßα. Την Þπειρο, η οποßα, κατÜ τα ψυχικÜ σκιρτÞματα των ρομαντικþν του 19ου αιþνα, βρßσκεται στις απαρχÝς ολüκληρης της ανθρωπüτητας. |