Άρθρα\Βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία ανά τον κόσμο
 
Ένα «Φιλελληνικόν Βιβλιοπωλείον»
 

Θεσσαλονίκη. Τσιμισκή και Παύλου Μελά, στη «διαγώνιο»,  δίπλα στο Λευκό Πύργο, Παρασκευή απόγευμα.
Εργάτες αντικαθιστούν τους υαλοπίνακες του υποκαταστήματος της Εθνικής. Άγνωστο ποιος τους θρυμμάτισε. Ήσαν οι εργαζόμενοι που διαμαρτύρονταν για τις μειώσεις των απολαβών τους; Ήσαν οι οπαδοί του Ηρακλή που διατράνωναν την αντίθεσή τους στην απόφαση που καταδίκαζε σε υποβιβασμό την ομάδα τους; Άγνωστον. Το σίγουρο ήταν πως στο πεζοδρόμιο δεν μπορούσες να βαδίσεις.
Όμως, δέκα μέτρα πιο πέρα υπάρχει ένας μικρός πεζόδρομος, η οδός Ισαύρων. Την ώρα αυτή, η κίνηση είναι ελάχιστη και η πρόσβαση ευχερής. Αμέσως προσελκύει το βλέμμα σου η περίεργη ονομασία: «Λοξίας». Έρχεται στο μυαλό ο Απόλλων, το δελφικό μαντείο, η μουσική. Ωστόσο, δεν γίνεται εύκολα η σύνδεση με βιβλιοπωλείο και καφεστιατόριο!


Η περιέργεια μπορεί να θεωρείται ελάττωμα, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση βγήκε σε καλό. Ανεβαίνεις μερικά σκαλιά και βρίσκεσαι σε ένα χώρο με μαρμάρινα τραπέζια, ξύλινες βιεννέζικες καρέκλες, φωτιστικά με σφυρήλατη βάση, ένα παλιό σκρίνιο, βαρελάκια, ένα προπολεμικό ραδιόφωνο και τοίχους γεμάτους  φωτογραφίες προσωπικοτήτων της ελληνικής μουσικής, της φιλοσοφίας και της τέχνης, Σκαλκώτας, Καστοριάδης Τσαρούχης, Σικελιανός, Καβάφης· καλοδουλεμένες γκραβούρες· παλιές φωτογραφίες από τη Μικρά Ασία που θυμίζουν το προγονικό παρελθόν του ιδιοκτήτη· δυο χαριτωμένες αφίσες, που η μια παρουσιάζει τον «Έλληνα Ολυμπιονίκη Τόφαλο» με τους εντυπωσιακά ανεπτυγμένους μυώνες του κι η άλλη διαφημίζει αγγλιστί τον “Hercules Coutalianos, the Original Terrible Greek”, που δαμάζει με… απλό κεφαλοκλείδωμα ένα θηριώδη ταύρο “in Lima, Peru, South America” το 1878!
«Αφίσες αγορασμένες από παλιατζή», σε ενημερώνει η φωνή του ιδιοκτήτη. «Γιάννης Κυπριανίδης ονομάζομαι. Καθίστε, να πάρετε κάτι.»
Προτείνει το μοναδικό τραπέζι του μικρού εξώστη, στο πίσω μέρος του καταστήματος. Όπως κάθεσαι, αφενός σε χτυπάει ευωδιά γλυκάνισου από το ποτηράκι εμπρός σου και αφετέρου απορροφά τη ματιά σου ο αρχαιολογικός χώρος που απλώνεται από κάτω.
«Πρόκειται για την οκταγωνική αίθουσα υποδοχής των ανακτόρων του Ρωμαίου αυτοκράτορα Γαλέριου», συνεχίζει ο ιδιοκτήτης. «Του ίδιου εκείνου που έχτισε την αψίδα του θριάμβου, τη σημερινή Καμάρα, καθώς και τη Ροτόντα. Του αγροτόπαιδου που έγινε πρώτα Χιλίαρχος, μετά Τετράρχης του “θέματος της Μακεδονίας” κι έφτασε μέχρι το ανώτατο αξίωμα. Τα ανάκτορα εκτείνονταν από τη Ροτόντα έως τη θάλασσα. Μην κοιτάτε που τώρα έχει απομείνει μόνο αυτό το κομμάτι. Τα υπόλοιπα βρίσκονται κάτω από εκείνες τις πολυκατοικίες. Πάλι καλά που σώθηκε κι αυτό. Κινδύνεψε να ταφεί την περίοδο της χούντας.»
Ακούγοντάς τον, κινδυνεύεις εσύ πια να παρασυρθείς από τη διήγηση για το παρελθόν και να λησμονήσεις το παρόν. Τον επαναφέρεις, λοιπόν, και τον ρωτάς για το ιδιότυπο μαγαζί του.


«Ξέρετε, είχε γράψει κάποτε η Ελένη Βλάχου πως, για να πετύχει ο επιχειρηματίας, πρέπει να είναι ή ο καλύτερος ή ο φτηνότερος, ή διαφορετικός. Αυτό το τελευταίο επιδίωξα. Σπούδασα φαρμακοποιός στην Ιταλία, όπου πρωτοσυνάντησα τον συνδυασμό βιβλίου με το φαγητό.
Ήμουν, βέβαια, βιβλιοπόντικας από πιτσιρικάς, αλλά κάποια στιγμή διαπίστωσα ότι η πόλη μας είχε φτάσει να διαθέτει βιβλιοπωλεία, μα όχι βιβλιοπώλες. Γνώριζαν το βιβλίο ως εμπόρευμα, όχι ως περιεχόμενο. Σαν τους φαρμακοποιούς, οι οποίοι είχαν πάψει να είναι οι παλιοί φαρμακοτρίφτες.
Έτσι, αποφάσισα να ασχοληθώ με την παλαιοβιβλιοπωλική. Άνοιξα, στον αριθμό 7, το παλαιοβιβλιοπωλείο μου το 1987, προσφέροντας φυσικά και σύγχρονα βιβλία, αλλά έχοντας πάντοτε κατά νου την ανάγκη γνώσης του περιεχομένου τους και, το 2004, τόλμησα να επεκτείνω τη δραστηριότητά μου. Άλλαξα στέκι, ήρθα στο 5 της οδού Ισαύρων και πρόσθεσα το καφενείο. Το πρώτο στην πόλη, το οποίο έχει πια εξελιχθεί σε μικρό ταβερνάκι.»
«Πέτυχε το εγχείρημα;»
«Στην αρχή, ναι. Λίγο αργότερα, έκανα μερικά βήματα πίσω. Θέλεις η βαθύτατη κρίση του βιβλίου στη Θεσσαλονίκη, θέλεις η χάρη κι η ομορφιά που σου παρέχει η διάσταση της ταβέρνας με τη συντροφιά και τη συζήτηση, το βιβλίο υποχώρησε κάπως. Τώρα, όμως, επανέρχομαι δριμύτερος. Τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο τακτοποιώ τις στοίβες που έχουν μαζευτεί στο υπόγειο και, τον Σεπτέμβριο, θα πλέω πάλι πλησίστιος και στους δυο τομείς.»
«Και με παλιά κομμάτια, υποθέτω.»
«Αλίμονο. Το βιβλίο χάνει το έρεισμά του, αν δεν υπάρχει στοκ. Άρα, τα νέα γίνονται παλιά, προστίθενται στα ακραιφνώς παλιά και να ‘μαστε.»
«Μπορείτε να μου φέρετε παραδείγματα… ακραιφνώς παλιών βιβλίων; Για να μην αποστώ από τη συνήθεια αναφοράς τους;»
Ο ιδιοκτήτης χάνεται στο υπόγειο και επανέρχεται κρατώντας με ευλάβεια πέντε-έξι τομίδια.


Ο εθνικός πλούτος, έκδοση του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, 1902.
Τα ελληνικά γράμματα, του ίδιου εκδοτικού φορέα, 1914.
Εγκόλπιον των νέων, (σημ. αυτών που ανήκαν στην τότε φασιστική νεολαία), σε μετάφραση από το ιταλικό πρωτότυπο, 1924. Αναγράφεται και η αρχική τιμή του: Δρχ. 3,20.
Η βοσκοπούλα Γκόλφω, 1930.
Μέθοδος προς εκμάθησιν της γαλλικής γλώσσης εν διαστήματι έξι μηνών, 1870.
«Δεν βλέπω τη σημερινή αποτίμησή τους.»
«Θα τη δείτε τον Σεπτέμβριο. Πρέπει να συνεκτιμηθούν και οι νέες οικονομικές παράμετροι, όχι;»
Δεν είναι δυνατόν να διαφωνήσεις. Αρκείσαι στην απόλαυση των εδεσμάτων, κάνεις μια βόλτα στο υπόγειο, για να ικανοποιήσεις την όσφρηση με τη βιβλιομυρουδιά και εύχεσαι κάθε επιτυχία στο καινούργιο ξεκίνημα στον ιδιοκτήτη του βιβλιο-καφε-εστιατορίου ΄Λοξίας’.

 

ΧΧΧΧΧ