Παρουσαση του βιβλου στο Polis Art Café


ποψη απ το πνελ της εκδλωσης: Ο Βασλης Χατζηιακβου στο καλωσρισμ του, εν διακρνονται ο συγγραφας του βιβλου, Νσος Χριστογιαννπουλος, ο Δημ. Τριανταφυλλδης, η Μνα Αδαμκη και η Μαρα Γεωργιδου.


 H ομιλα του Λαοκρτη Βσση

Κυρες και Κριοι,

     Τα ομηρικ πη εναι το αρχτυπο του πολιτισμο μας, θα λεγα και το ταυτοτικ μας αρχτυπο, καθς απ αυτ εκκινον και σ’ αυτ αναπμπουν τα χαρακτηριστικτερα απ’ τα γνωρσματα, θετικ και αρνητικ, της ελληνικς μας συλλογικτητας στην υπερτρισχιλιετ της περιπτεια.
     Το σκεφτμουνα, μεταξ πολλν λλων, σο μελετοσα, για τις ανγκες της αποψινς παρουσασης, τα «Ομηρομυθεματα» του Νσου Χριστογιαννπουλου, που, εξ αντικειμνου, σε ωθον σε αναστοχαστικ «διλογο» με τη σνολη αρχαα ελληνικ δημιουργα και τις πολλς ακμη εκκρεμτητες στη σχση μας μαζ της. Γιατ, παρ τα σχεδν διακσια χρνια απ’ την απελευθρωσ μας, αυτς οι εκκρεμτητες χι μνον εξακολουθον να βαρανουν στους μους μας, αλλ και να ρχνουν ενοτε τη σκι τους στην πορεα μας προς το μλλον. (Για παρδειγμα, να διδσκονται, ναι χι, κι αν ναι, πς και σε ποια κταση, τα αρχαα ελληνικ στα σχολεα μας εναι δεδομνη χι η ιστορικ συνχεια του ελληνισμο, για να μην πομε πως ακμη δεν αξιωθκαμε να γνουμε να σοβαρ κντρο αρχαων ελληνικν σπουδν στον σγχρονο κσμο, οτε καν βυζαντινν στω νεοελληνικν).
     Γιατ, θα μου πετε, τα λω αυτ; Μα γιατ τα «Ομηρομυθεματα», με τον παιγνιδη τρπο γραφς τους, δεν συνιστον μνο μιαν ευρηματικ θεατρικ ανπλαση της Ιλιδας αλλ και ναν πολ ιδιατερο διλογο με τη βαθτερη ουσα του πρτου εκ των ομηρικν επν. Μια πολ ιδιατερη στση προσγγισης, θα λεγα, που, χρη στη λογοτεχνικ της δισταση, προφανς και υπερβανει τα στεν ρια των φιλολογικν ερμηνειν, χωρς μως και να στερεται φιλολογικο υποστρματος.
     Προσπερνντας τα γενικτερα ζητματα που εξ αντικειμνου τθενται –και για τα οποα απλς σας υποψασα, σο ενδιαφροντα κι αν εναι αυτ–, θα επικεντρωθ στην ανδειξη, προφανς πολ συνεπτυγμνα, των βασικτερων λγων που καθιστον το βιβλο του Ν. Χριστογιαννπουλου ευρηματικ πρωττυπο και εξαιρετικ λειτουργικ ως προς το αποτλεσμ του, ιδως χρη στην ανλαφρη αισθητικ βωση που χαρζουν οι αναπλσεις ακμα και των πιο συγκλονιστικν στιγμν της ομηρικς αφγησης.
     Πρτο λγο θεωρ το προειρημνο φιλολογικ υπστρωμα που συνχει και καθιστ ιστορικ γκυρη και γι’ αυτ ντιμη την ανπλασ του. Ο ευθυμογραφικ παιγνιδης τρπος γραφς, με τα πικντικα ευρματ της, κθε λλο παρ αδικε την υψιπετ ομηρικ δημιουργα. Τουναντον, διασφαλζει μιαν αλλιτικη πρσληψ της, που καθλου δεν συνιστ «βλσφημη» προσγγισ της, πως ενδεχομνως θα το θελε νας αυστηρ πουριτανικς φιλολογικς λγος. Κι εναι αυτ η αλλιτικη πρσληψη της Ιλιδας που εντλει καταξινει το αναπλαστικ εγχερημα του Ν. Χριστογιαννπουλου, επιβεβαινοντας το πσο ευρ εναι το πεδο του διαλγου με τα αρχετυπικ κεμενα της αρχαιτητς μας, ταν υπρχει γνση και εμπνευσμνη δημιουργικτητα.
     Δετερο λγο θεωρ τη σκηνοθετικ θεατροποηση της λης γραφς, με τους απλος και γι’ αυτ πολ ουσιαστικος διαλγους, που συμπυκννουν και αναδεικνουν τις μεγλες στιγμς κθε ραψωδας, μεταλαμπαδεοντας με τον πιο εγλωττο τρπο τα μηνματ τους. Δεν εναι εκολη η τχνη και η τεχνικ του διαλγου, πως δεν εναι εκολη η θεατροποιημνη ανπλαση ενς ργου πως η ομηρικ Ιλιδα. Εκτιμ πως ο Ν. Χριστογιανπουλος δοκιμστηκε στα «Ομηρομυθεματ» του επιτυχς και στα δυο. Κι εμαι περεργος να ιδ την αντστοιχη θεατροποηση του Λιβαθηνο.
     Τρτος λγος, απ’ τους πλον ευρηματικος, εναι η ενοποηση του ιστορικο χρνου απ’ τον μηρο ως τις μρες μας, τσι που στους ομηρικος ρωες να υποστασιοποιεται ο διαχρονικς λληνας, με λα του τα προτερματα αλλ και λα του τα ελαττματα. Καθς μλιστα ο συγγραφας κατεβζει αυτος τους ρωες στα μτρα της ελληνικς καθημεριντητας των καιρν μας, κατορθνει να τους καταστσει οικεα πρσωπα της διπλανς μας πρτας, χωρς ταυτχρονα, που εναι και το μεγλο του επτευγμα, να μεινεται οτε επ’ ελχιστον η μυθολογικ τους μαγεα. Χρη σ’ αυτ την ντως ευρηματικ ενοποηση του χρνου, η ομηρικ εποχ θεωρεται υπ το πρσμα της σημερινς κι η σημεριν εποχ υπ το πρσμα της ομηρικς, με το φως που ρχνει η μια στην λλη να μας επιτρπει να αναγιγνσκουμε την αδιαμφισβτητη ταυτοτικ μας συνχεια στην μακρ ιστορικ μας διαδρομ. ξυπνες αντιστοιχσεις καταστσεων της ομηρικς και της σημερινς εποχς, ελληνικς κυρως αλλ και διεθνος, καθς μλιστα αντιμετωπζονται με περιπαιχτικ και χιουμοριστικ συνθως διθεση, επιτρπουν πολ ουσιαστικς αναγνσεις του βθους τους, χωρς μλιστα να χρειζονται και οι συνθεις ηχηρς αναλσεις. Εναι πολ σημαντικ που ο Ν. Χριστογιαννπουλος κνει να το ομηρικ χτες με το σμερα, τους θεος, τους ρωες, τους ανθρπους, τα διαβολια των θεν και των ηρων, τη Βουλ των Ελλνων, τις Μεγλες Δυνμεις και τσα λλα, φωτζοντας, πως επα, μσα απ’ το χτες το σμερα και μσα απ’ το σμερα το χτες.
     Τταρτος λγος, που σως αυτς περισστερο χαρακτηρζει το βιβλο, εναι ,τι δη χω αποκαλσει παιγνιδη γραφ, περιπαιχτικ και χιουμοριστικ, που σε κποιες πινελις της θυμζει κτι απ Τσιφρο, χωρς μως να εναι μμηση Τσιφρου, πως δεν εναι και παρωδα στιρα, παρ’ τι αφνει πο και πο μια κποια ασθηση παρωδας και στιρας. Στο ερτημα τι εναι τελικ αυτ η παιγνιδης γραφ, δεν μπορ να προσθσω κτι περισστερο απ’ το τι εναι να ξυπνα ευθυμογραφικ και πολ προσωπικ στιλ γραφς του Ν. Χριστογιαννπουλου, το οποο δεν εκππτει σε αντιαισθητικος εξυπνακισμος και, προπαντς, δεν ρχνει νερ στο μλο μιας εξυπνακστικης απομγευσης του ομηρικο πους, που πολ θα ταριαζε στο σχεδν κυραρχο κλμα –κτι σαν ιδεολογα– της μεταπολιτευτικς αποδμησης παντς του ελληνικο. Μπορε, ενδεχομνως, να χρειζεται περισστερο δολεμα για να δικαιωθε αισθητικ και να αναγνωριστε γενικτερα ως προσωπικ στιλ γραφς. Κανες μως δεν μπορε να αρνηθε πως εναι να πολ προσωπικ και πετυχημνο στυλ γραφς. Πετυχημνο εκ του αποτελσματος, αφο, ταν διαβσεις τα «Ομηρομυθεματα», χεις μιαν απθανη οικεωση με τους θεος, τους ρωες και το συνολικτερο κλμα της ομηρικς εποχς. Κι αυτ με ναν, πως δη χω τονσει, ανλαφρα περιπαιχτικ και παιγνιδη τρπο, που βοηθει την καλ ανγνωση του «χτες» μσα απ’ το «σμερα» και του «σμερα» μσα απ’ το «χτες».
     Ολοκληρνοντας την πολ ενδεικτικ δικ μου ανγνωση της «Ομηρομυθευμτων» του Ν. Χριστογιαννπουλου, θα μου επιτρψετε να επιστρψω στην αφετηρα της παρουσασς μου και να υπομνσω την ανγκη επιτλους να λσουμε τους πολλος λυτους κμπους στη σχση με το δυσβσταχτο παρελθν μας, τσι στε, πατντας γερ στις κορυφς του, να μπορομε να αγναντεουμε το μλλον – , καλτερα, για να χουμε μλλον.
Πολ περισστερο θα θελα να μου επιτρψετε –δκην επιλγου– μιαν αναγωγικ, με αφορμ το βιβλο, επισμανση της βαθτερης ρζας, των βαθτερων αιτων της οδυνηρ βιομενης απ’ το λα μας και αδλου τελικο αποτελσματος για τον τπο μας μεταπολιτευτικς χρεοκοπας μας, που εναι ατια πολιτιστικ, πνευματικ δηλαδ, ηθικ, αξιακ και εντλει ταυτοτικ. Καθς μοιζει να χει πειραχτε το διο το πολιτιστικ μας κτταρο, αυτ που στηρζει διαχρονικ την παρξη της ελληνικς μας συλλογικτητας. Που σημανει πως η αναγεννητικ μας αναθεμελωση προποθτει πρωτστως την πολιτιστικ αφπνισ μας (στη βση πντοτε μιας πολ ποιοτικς ελληνικς παιδεας!).
     χει ειπωθε –μην το προυμε κατ γρμμα– πως «αν λοι οι λαο, για να προοδεσουν, πρπει να βαδσουν μπροστ, εμες πρπει να γυρσουμε πσω». λοι καταλαβανουμε, νομζω, το νημα της φρσης. Και το βιβλο που παρουσισαμε απψε εναι να μικρ αλλ πολ καλ δεγμα για το πς μπορες «γυρζοντας πσω» να θεωρες στοχαστικτερα το παρν και να αγναντεεις καλτερα και μακρτερα το μλλον. Κι εναι τσες οι κορφς της υπερτρισχιλιετος ιστορικο-πολιτιστικς μας διαδρομς που χουμε να πατσουμε, για να αγναντψουμε το μλλον! Πρωτστως, μως, για να χουμε μλλον!

Πολλ συγχαρητρια στον συγγραφα
και καλοτξιδο το βιβλο του!
Σας ευχαριστ
Λαοκρτης Βσσης


H  Σοφα Καλογεροπολου, η οποα φιλοτχνησε το εξφυλλο του βιβλου ‘Ομηρομυθεματα’, η Χριστνα Κερπινιτη και ο Νσος Χριστογιαννπουλος


Συμμαθητς της τξης του '64 του Κολλεγου στην παρουσαση του βιβλου του Νσου Χριστογιαννπουλου ‘Ομηρομυθεματα στο Polis café.
Εξ αριστερν προς τα δεξι: Διαμαντς Πατρας, Δημτρης Παπαθανασου, Κστας Κωνστιντος, Νσος Χριστογιαννπουλος, Δημτρης Τσεμετζς και Δημτρης Βαμβακπουλος


Ο συγγραφας με τους πρην συμμαθητς του στο Κολγιο κι αργτερα συναδλφους του Νομικος, Χρστο Γεραρ και Κστα Μενουδκο.

Επιστροφ στα βιβλα